Πληθωρισμός 2%, ακρίβεια 100% στο πιάτο
Η μάχη με τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη φαίνεται, σε μακροοικονομικό επίπεδο, να έχει κερδηθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός κινείται πλέον γύρω στο 2%, στόχος που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επιδίωκε επίμονα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενική σταθεροποίηση, το διοικητικό επιτελείο της Φρανκφούρτης εντοπίζει έναν επίμονο «θόρυβο»: τα τρόφιμα εξακολουθούν να αποτελούν τον τελευταίο θύλακα πληθωριστικής πίεσης.
Αν και ο πληθωρισμός στα τρόφιμα υποχώρησε στο 2,4% τον Δεκέμβριο, η μέση ετήσια αύξησή του το 2025 διαμορφώθηκε κοντά στο 2,9%. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύει ότι πρόκειται για τον πιο ανθεκτικό πυλώνα του δείκτη τιμών. Το κρίσιμο εύρημα της ανάλυσης της ΕΚΤ είναι ότι η πίεση αυτή δεν είναι γενικευμένη, αλλά προέρχεται από λίγες, πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων.
Το κρέας –κυρίως το βοδινό–, τα προϊόντα καφέ, τσαγιού και κακάο, καθώς και τα γλυκά, ευθύνονται για περίπου το 50% της συνολικής αύξησης στις τιμές των τροφίμων, παρότι αντιπροσωπεύουν μικρό μέρος του καταναλωτικού καλαθιού.
Η σημασία των τροφίμων για τη νομισματική πολιτική
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η βαρύτητα των τροφίμων υπερβαίνει τους αριθμούς. Οι καταναλωτές αγοράζουν τρόφιμα συχνά, δαπανούν σε αυτά σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους και έχουν περιορισμένες δυνατότητες υποκατάστασης. Έτσι, ακόμη και μικρές αυξήσεις σε βασικά είδη επηρεάζουν δυσανάλογα την αντίληψη των πολιτών για τον συνολικό πληθωρισμό.
Το φαινόμενο είναι πιο έντονο σε χώρες όπως η Ισπανία, όπου ο ετήσιος πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, εντείνοντας την αίσθηση ακρίβειας.
Το κρέας ως βασικός μοχλός ακρίβειας
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το κρέας. Οι τιμές του βοδινού έχουν εκτιναχθεί μετά την πανδημία και παραμένουν ο βασικός μοχλός πληθωρισμού στα τρόφιμα. Στην Ισπανία, οι τιμές είναι αυξημένες κατά περίπου 54% σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ διεθνώς το κόστος του ζώντος βοοειδούς έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 90% από το 2020.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει την εξέλιξη αυτή σε βαθιά διαρθρωτικά αίτια: γήρανση του κτηνοτροφικού κλάδου, συρρίκνωση των κοπαδιών, αυξημένο κόστος παραγωγής, περιβαλλοντικές πιέσεις και μειωμένη κερδοφορία. Παράγοντες που δύσκολα αντιστρέφονται, γεγονός που σημαίνει ότι το κρέας αναμένεται να παραμείνει ακριβό και τα επόμενα χρόνια.
Καφές, κακάο και παγκόσμιες ισορροπίες
Διαφορετική είναι η εικόνα στο κακάο. Αν και περιλαμβάνεται στις κατηγορίες που «φουσκώνουν» στατιστικά τον πληθωρισμό, οι τιμές του έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα υψηλά του 2025, καθώς αυξήθηκε η προσφορά και μειώθηκε η ζήτηση μετά το σοκ των προηγούμενων ετών.
Αντίθετα, ο καφές παραμένει ένας από τους πιο επίμονους παράγοντες ακρίβειας. Η παγκόσμια κατανάλωση συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ η παραγωγή, αν και σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, δεν δημιουργεί επαρκή αποθέματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ο μεγαλύτερος καθαρός καταναλωτής καφέ στον κόσμο, επηρεάζεται δυσανάλογα από αυτή την ανισορροπία.
Παγκόσμιοι παράγοντες και προοπτικές
Η FAO επιβεβαιώνει ότι οι υψηλές τιμές σε βασικά αγροτικά προϊόντα συνδέονται με μια παγκόσμια προσφορά που παραμένει «σφιχτή», λόγω κλιματικών πιέσεων, αυξημένου κόστους ενέργειας και ζωοτροφών, αλλά και γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, η ΕΚΤ εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη.
Η Τράπεζα εκτιμά ότι οι μηνιαίοι ρυθμοί αύξησης σε ορισμένες κατηγορίες έχουν αρχίσει να αποκλιμακώνονται και ότι, με χρονική υστέρηση, η πτώση των τιμών στις πρώτες ύλες θα περάσει στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Χωρίς να αναμένει θεαματικές μειώσεις, η Φρανκφούρτη θεωρεί ότι ο πιο επίμονος παράγοντας πληθωρισμού στα τρόφιμα θα εξασθενήσει σταδιακά. Μέχρι τότε, όμως, η «πληθωριστική ψυχολογία» θα συνεχίσει να τροφοδοτείται από λίγα, καθημερινά προϊόντα, τα οποία –όπως η περίφημη pescadilla που δαγκώνει την ουρά της– αρκούν για να αλλοιώνουν την εικόνα ολόκληρου του δείκτη τιμών.