Πόσος ιδιωτικός τομέας χωράει στο ΕΣΥ;
Η συζήτηση περί συνεργασίας ασφαλιστικών εταιρειών με το ΕΣΥ δεν είναι καινούργια. Αυτό που αλλάζει είναι η έντασή της. Υπό την πίεση δημοσιονομικών περιορισμών και διαχρονικών αδυναμιών του συστήματος, το θέμα επανέρχεται ως πιθανή λύση. Συχνά, όμως, χωρίς να τίθεται το βασικό ερώτημα. Το δίλημμα δεν είναι αν «χωράει» ο ιδιωτικός τομέας στο δημόσιο σύστημα. Χωράει – ας μη γελιόμαστε, ήδη βρίσκεται εκεί με διάφορους τρόπους. Ούτε εάν οι πολίτες με ιδιωτική ασφάλεια θα επιλέξουν το δημόσιο σύστημα Υγείας. Θα το κάνουν – γιατί, παρά τις ελλείψεις του, η συντριπτική πλειονότητα εμπιστεύεται το επιστημονικό προσωπικό του.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο: Θέλουμε το ΕΣΥ να παραμείνει ένα καθολικό δίχτυ ασφαλείας ή αποδεχόμαστε τη σταδιακή υπαγωγή του στους κανόνες της αγοράς; Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαρτώνται όλα τα υπόλοιπα.
Το ΕΣΥ δημιουργήθηκε για έναν θεμελιώδη λόγο: να διασφαλίζει καθολική, ισότιμη πρόσβαση στη φροντίδα, ανεξαρτήτως εισοδήματος, ασφαλιστικής κατάστασης ή γεωγραφίας. Δεν σχεδιάστηκε για να ανταγωνίζεται τον ιδιωτικό τομέα, ούτε για να λειτουργεί ως «premium» επιλογή. Σχεδιάστηκε για να είναι εκεί, για όλους. Και αυτός ο θεμελιώδης στόχος του είναι και πάντα παραμένει το ζητούμενο.
Σε καμία περίπτωση δεν παρεκκλίνει από τον λογικό συνειρμό η παρατήρηση ότι η είσοδος των ασφαλιστικών στο δημόσιο σύστημα δύναται να θολώσει αυτή τη γραμμή, αν δεν συνοδεύεται από ξεκάθαρους κανόνες. Οταν ο πολίτης πληρώνει φόρους, συμμετοχές και εισφορές για το ΕΣΥ, και ταυτόχρονα πληρώνει ιδιωτική ασφάλεια, το ερώτημα δεν είναι αν έχει «ελευθερία επιλογής». Είναι αν πληρώνει δύο (και τρεις) φορές για το ίδιο δικαίωμα.
Με αυτή τη λογική θεώρηση είναι αυταπόδεικτο ότι η «διπλή» χρηματοδότηση δεν θα πρέπει να αφορά βασικές, πλην όμως κρίσιμες, υπηρεσίες που προσφέρει το δημόσιο σύστημα: επείγοντα, νοσηλεία, θεραπείες που θα έπρεπε να παρέχονται ούτως ή άλλως. Διαφορετικά η ιδιωτική ασφάλιση δεν προσφέρει επιλογή – λειτουργεί ως εισιτήριο προτεραιότητας. Και η προτεραιότητα σε ένα δημόσιο σύστημα σημαίνει ότι όταν κάποιος προηγείται ένας άλλος περιμένει. Ετσι όμως γεννιούνται συστήματα πολλαπλών ταχυτήτων, όπου η πρόσβαση εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα, είτε αυτή μεταφράζεται σε επί πληρωμή απογευματινά χειρουργεία, είτε σε άτυπες πληρωμές, είτε σε ιδιωτικά συμβόλαια.
Αν, αντίθετα, η συνεργασία του ΕΣΥ με ασφαλιστικές εταιρείες αφορά καθαρά συμπληρωματικές παροχές – άνεση, ξενοδοχειακού τύπου υπηρεσίες, πρόσθετες επιλογές που δεν επηρεάζουν την κλινική φροντίδα –, τότε η συζήτηση αλλάζει. Ιδίως, δε, εάν οι πόροι επιστρέφουν στο σύστημα ενισχύοντας συνολικά τις υποδομές και την ποιότητα φροντίδας.
Ηδιεθνής εμπειρία είναι σαφής: τα δημόσια συστήματα που άντεξαν στον χρόνο είναι εκείνα που προστάτευσαν τον δημόσιο πυρήνα τους ακόμη κι όταν άνοιξαν επιλεκτικά στον ιδιωτικό τομέα. Οσα δεν το έκαναν, δυσκολεύτηκαν να επιστρέψουν. Και τότε το ερώτημα δεν είναι πόσο ιδιωτικό τομέα αντέχει το ΕΣΥ, αλλά τι είδους σύστημα απομένει.