World News

Αγρόν ηγόρασε

Ta Nea 

Δεν υπάρχει ίσως πιο κατάλληλη περιγραφή για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται κρίσιμα πολιτικά ζητήματα καθώς και οι προτεραιότητες που τίθενται για τη διαχείρισή τους από την ευαγγελική φράση «αγρόν ηγόρασε». Μια φράση που μοιάζει να συμπυκνώνει τη διαχρονική στάση της Πολιτείας απέναντι στον πρωτογενή τομέα και όχι μόνο: αναγνώριση του προβλήματος μόνο όταν αυτό φτάσει στο σημείο της σύγκρουσης και, ακόμη και τότε, διαχείριση με όρους προσωρινής εκτόνωσης.

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις ακολουθούν εδώ και χρόνια το ίδιο, σχεδόν προβλέψιμο, μοτίβο. Μπλόκα στους δρόμους από τους αγρότες, πλήρης αναγνώριση του δίκαιου των αιτημάτων από την αντιπολίτευση και μερική αποδοχή από την κυβέρνηση, συνοδευόμενη πάντα από τη διαβεβαίωση ότι «τα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν εξαντληθεί». Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που επαναλαμβάνεται, χωρίς να αγγίζει την καρδιά του προβλήματος.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Εφόσον τα αιτήματα είναι δίκαια, γιατί δεν αντιμετωπίζονται προληπτικά και δομικά; Γιατί η πολιτική παρέμβαση εξαρτάται από την ένταση των κινητοποιήσεων και όχι από έναν σταθερό στρατηγικό σχεδιασμό;

Η απάντηση βρίσκεται – πέρα από τις πελατειακές σχέσεις και τη βολική αδράνεια και μέρους των αγροτών – στα χρόνια, άλυτα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού πρωτογενούς τομέα. Υψηλό κόστος παραγωγής, μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, αδύναμοι συνεταιρισμοί, έλλειψη επενδύσεων σε σύγχρονες καλλιέργειες και τεχνογνωσία. Σε αυτά προστίθεται η αποσπασματική εφαρμογή των ευρωπαϊκών πολιτικών και των αλλαγών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, χωρίς εθνική στρατηγική προσαρμογής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί απλώς μια «παρέκκλιση», αλλά σύμπτωμα βαθύτερης παθογένειας. Η κακοδιαχείριση, οι σκιές γύρω από τις επιδοτήσεις και η αίσθηση αδικίας υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των παραγωγών στο ίδιο το κράτος και ακυρώνουν στην πράξη κάθε προσπάθεια εξυγίανσης. Οταν οι ευρωπαϊκοί πόροι, αντί να λειτουργούν αναπτυξιακά, γίνονται πεδίο σκανδάλων, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο οικονομικό και γίνεται θεσμικό.

Οι κίνδυνοι, ωστόσο, δεν περιορίζονται στους αγρότες. Η διαιώνιση αυτών των προβλημάτων μετακυλίεται αναπόφευκτα και στους καταναλωτές, μέσω της αύξησης των τιμών και της μείωσης της εγχώριας παραγωγής.

Παράλληλα, διεθνείς εξελίξεις, όπως η συμφωνία Mercosur, εντείνουν τον ανταγωνισμό και απειλούν να συμπιέσουν ακόμα περισσότερο τον ελληνικό αγροτικό και κτηνοτροφικό κόσμο. Επιπρόσθετα, διαγράφουν έναν νέο ταξικό διαχωρισμό στην πρόσβαση σε προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας. Ειδικά για την κτηνοτροφία, η πολιτική αντιμετώπιση παραμένει αντεστραμμένη: το κάρο μπαίνει διαρκώς μπροστά από το βόδι, με μέτρα αποσπασματικά και χωρίς σχέδιο βιωσιμότητας.

Καθώς η χώρα εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη πολιτική αντίφαση. Την ώρα που θα έπρεπε να ξεδιπλώνει ένα στιβαρό και συνεκτικό στρατηγικό σχέδιο για να συσπειρώσει  ευρύτερα κοινά, βρίσκεται να αντιδρά σπασμωδικά και θυμωμένα απέναντι σε όσα κοινά της υποδεικνύουν εύλογες ευθύνες και έχουν την απαίτηση από εκείνη και όχι από την αντιπολίτευση να τις αναλάβει φέρνοντας συγκεκριμένες λύσεις.

Ο τρόπος διαχείρισης των αγροτικών ζητημάτων τη φέρνει σε ρήξη με ένα κοινωνικό ακροατήριο που παραδοσιακά τής ήταν ευνοϊκό. Και σε μια συγκυρία όπου η κοινωνική ανοχή μειώνεται, η επιλογή της αναβολής, των εύκολων δικαιολογιών και της μερικής λύσης ενδέχεται να έχει κόστος πολύ μεγαλύτερο από το δημοσιονομικό: αγροτικό, κοινωνικό και τελικά πολιτικό.

Ο Γρηγόρης Τσιμογιάννης είναι σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας στην Precise Strategy

Читайте на сайте