World News

Το διπλό τίμημα της Συμφωνίας Mercosur

Ta Nea 

Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur λειτουργεί για την ελληνική γεωργία ως τεστ αντοχής:

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συμφωνία ενισχύει κυρίως τη βιομηχανική εξωστρέφεια της ΕΕ, ενώ για τον αγροτικό τομέα συνεπάγεται αυξημένες εισαγωγές πρώτων υλών και τροφίμων χαμηλού κόστους από τη Νότια Αμερική.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Παρά το αφήγημα περί νέων αγορών, οι ελληνικές αγροτικές εξαγωγές παραμένουν σχεδόν απόλυτα προσανατολισμένες στην ΕΕ. Προϊόντα υψηλής αξίας, όπως η φέτα, το ελαιόλαδο, οι επιτραπέζιες ελιές και τα ροδάκινα, εξάγονται σε συντριπτικό ποσοστό σε χώρες με υψηλή αγοραστική δύναμη, ενώ η Mercosur απορροφά μόνο οριακές ποσότητες, χαμηλής οικονομικής σημασίας, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 3‰ των αντίστοιχων εξαγωγών στην Ευρώπη.

Οι ελληνικές αγροτικές εξαγωγές στην ΕΕ –ύψους άνω των 11 δισ. ευρώ ετησίως –κινδυνεύουν να εκτοπιστούν επειδή θα ανταγωνιστούν προϊόντα από τη Mercosur με 30%-60% χαμηλότερο κόστος παραγωγής που πιέζουν τις τιμές σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά. Ενδεικτικά, ακόμα και μια μετατόπιση κατά 5%-10% της ευρωπαϊκής ζήτησης προς φθηνότερες εισαγωγές θα μπορούσε να συμπιέσει τις ελληνικές εξαγωγές αξίας κατά 500 εκατ. ευρώ έως 1 δισ.  ευρώ ετησίως, με δυσανάλογες επιπτώσεις σε έναν ήδη χαμηλής κλίμακας και υψηλού κόστους πρωτογενή τομέα.

Δεν πρέπει να μας διαφύγει ότι οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς αγροδιατροφικών προϊόντων από τις χώρες της Mercosur στην ΕΕ είναι η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ισπανία, ενώ οι κορυφαίοι εξαγωγείς προς τη Mercosur είναι η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ολλανδία, οι οποίες έχουν μακροχρόνιες εμπορικές και πολιτιστικές παραδόσεις με τη Νότια Αμερική.

Επιπλέον, η συμφωνία ενέχει ένα μετρήσιμο και συστηματικά υποτιμημένο κλιματικό κόστος. Η αύξηση των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων από τη Νότια Αμερική οδηγεί σε υψηλότερες εκπομπές CO2 σε όλον τον κύκλο ζωής των προϊόντων, τόσο λόγω μεταφορών μεγάλων αποστάσεων όσο και λόγω των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής. Η θαλάσσια μεταφορά από Βραζιλία ή Αργεντινή προς την ΕΕ προσθέτει περίπου 1,5-2,5 τόνους CO2 ανά μεταφερόμενο τόνο προϊόντος, έναντι σημαντικά χαμηλότερων εκπομπών στην ενδοευρωπαϊκή διακίνηση. Το μεγαλύτερο αποτύπωμα, ωστόσο, εντοπίζεται στο στάδιο της παραγωγής.

Η εκτατική κτηνοτροφία και η γεωργική επέκταση σε περιοχές αποψίλωσης συνεπάγονται υψηλές εκπομπές από αλλαγές χρήσεων γης. Για το βοδινό κρέας, οι συνολικές εκπομπές φθάνουν συχνά τα 25-40 κιλά CO2 ανά κιλό προϊόντος, έναντι περίπου 12-15 κιλά CO2 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε συνδυασμό με τη χρήση φυτοφαρμάκων και αγροχημικών χαμηλότερων περιβαλλοντικών προδιαγραφών, η συμφωνία κινδυνεύει να μετατρέψει το εμπόριο σε μηχανισμό καθαρής αύξησης των παγκόσμιων εκπομπών, σε αντίθεση με τους στόχους της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.

Παρότι η ΕΕ διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου, η πραγματικότητα είναι ότι το σύστημα βασίζεται σε περιορισμένο αριθμό δειγματοληπτικών ελέγχων σε σχέση με τον όγκο του εμπορίου, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για υπολείμματα, νοθεία και στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.

Η χώρα μας εισέρχεται σε μια νέα φάση διεθνούς ανταγωνισμού με χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλό κόστος, αποσπασματικούς ελέγχους και περιορισμένη αξιοποίηση της καινοτομίας. Η στρατηγική προσαρμογής μας στα νέα δεδομένα δεν μπορεί να είναι αμυντική.

Απαιτείται μια εθνική στροφή προς τον πρωτογενή τομέα, με έμφαση στη μεταποίηση, την ανάδειξη της υψηλής ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων, την καθολική ενσωμάτωση της καινοτομίας (γεωργία ακριβείας για μείωση κόστους και εισροών, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα από το χωράφι στο ράφι για έλεγχο της αγοράς), επενδύσεις σε υποδομές (κυρίως αρδευτικές) και υποχρεωτικά συλλογικά σχήματα που δίνουν κλίμακα και διαπραγματευτική ισχύ στους παραγωγούς.

Ο Σπύρος Κίντζιος είναι πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Читайте на сайте