Ιωσήφ Μπιζέλης στα «ΝΕΑ: «Τα ζώα επιδοτήσεων και οι σπάνιες φυλές που σβήνουν σιωπηλά»
Για πρώτη φορά επικοινωνήσαμε με τον καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Ιωσήφ Μπιζέλη με αφορμή ένα περιστατικό θανάτωσης προβάτων σπάνιας ελληνικής φυλής λόγω ευλογιάς. Μου μίλησαν γι’ αυτόν λέγοντας πως είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει όσο λίγοι τα περί αυτόχθονων φυλών ζώων στην Ελλάδα – είναι και μέλος του Δικτύου Προστασίας Αυτόχθονων Αγροτικών Ζώων «Αμάλθεια».
Συζητώντας μαζί του συνειδητοποίησα ότι, παράλληλα με το θεωρητικό και ακαδημαϊκό πεδίο, ο κ. Μπιζέλης είναι και άνθρωπος της δράσης, οργώνοντας κάθε γωνιά της Ελλάδας για να καταγράψει τον ζωικό μας πλούτο. Και έτσι κλείσαμε ένα… γεύμα για να συζητήσουμε τα περί αυτόχθονων φυλών (εννοείται) αλλά και για τα μοντέλα ανάπτυξης της κτηνοτροφίας, την ευλογιά, τα city farms και τις επιδοτήσεις.
Ενας τιγρέ γάτος που πέρασε βαδίζοντας νωχελικά από την είσοδο της στοάς, κοντά στο Σύνταγμα όπου βρίσκεται το μαγειρείο, καθόρισε τη σειρά των θεμάτων της συζήτησης. «Εχουμε αποσυνδεθεί τελείως με τη φύση» παρατηρεί ο καθηγητής. «Η επαφή του ανθρώπου της πόλης πλέον με τα ζώα επικεντρώνεται στον σκύλο και τη γάτα». Και εξηγεί: «Οταν επισκέπτονται παιδιά από δημοτικά σχολεία το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, όπου έχουμε αγροτικά ζώα, “τρελαίνονται” – δεν έχουν ξαναδεί αγελάδα ή πρόβατο. Είναι σαν να βλέπουν δεινόσαυρο».
Πρώτο θέμα μας λοιπόν, τα λεγόμενα αστικά αγροκτήματα (city farms). Μας εξηγεί για τον θεσμό που έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη – με τον οποίο έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα: «Αντί για παιδικές χαρές, φτιάχνουν σε 1-2 στρέμματα μια φάρμα με μία αγελάδα, ένα γουρούνι, μία κατσίκα. Πηγαίνοντας σε αυτή την “παιδική χαρά” το παιδί το απόγευμα, βλέπει την κατσίκα, την ταΐζει, παρακολουθεί πώς την αρμέγουν, μαθαίνει πώς παράγεται το γάλα».
Στην κουβέντα για την ελληνική κτηνοτροφία πιάσαμε το νήμα από την αρχή της εντατικής της μορφής. Ολα ξεκίνησαν από την απότομη αστικοποίηση της Ελλάδας, η οποία, όπως λέει ο καθηγητής, είχε ως αποτέλεσμα ο κόσμος να συνδέσει τη φτώχεια με τα αγροτικά ζώα. «Είναι χαρακτηριστικό», επισημαίνει, «ότι στα χωριά μέχρι πριν 10 -20 χρόνια, οι κτηνοτρόφοι που είχαν πρόβατα είχαν μεν τα περισσότερα λεφτά, αλλά δεν έβρισκαν γυναίκες να παντρευτούν. Παράλληλα, όσο ανέβαινε το βιοτικό επίπεδο, οι αστικοί πληθυσμοί ήθελαν ζωικά προϊόντα (τυρί, κρέας) και σιγά σιγά αναπτύχθηκε η εντατική κτηνοτροφία».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήρθε η εντατική πτηνοτροφία – «οι εγχώριες φυλές ορνίθων δεν υπάρχουν πια, γιατί διαδόθηκαν πολύ γρήγορα οι κότες υβρίδια που παράγουν πολύ κρέας ή πολλά αβγά». Τα πρώτα χοιροστάσια έγιναν την περίοδο της δικτατορίας. «Είναι πλέον βιομηχανικές μονάδες, επιχειρήσεις» σημειώνει, επισημαίνοντας παράλληλα κάποιες προσπάθειες μικρών μονάδων με μαύρο χοίρο.
Η βοοτροφία ναυάγησε γρήγορα – κι ο κ. Μπιζέλης εξηγεί τον λόγο: «Τα βόδια και οι αγελάδες ήταν ζώα εργασίας, τα είχαμε για να οργώνουμε. Στην ουσία, λοιπόν, δεν προορίζονταν για την παραγωγή κρέατος ή γάλακτος σε ποσότητα».
Οταν ήρθαν τα τρακτέρ και έμειναν… χωρίς δουλειά, επειδή δεν απέδιδαν πολύ σε γάλα και κρέας, έγιναν προσπάθειες σε διάφορες περιόδους με την εισαγωγή ξένων φυλών αγελάδων. «Ομως, αν φέρεις μια αγελάδα, π.χ., από την Ολλανδία, και την αφήσεις να βόσκει στο βουνό, δεν θα αντέξει. Θέλει πεδιάδα και πολύ χορτάρι. Από την άλλη, η βραχυκερατική αυτόχθονη φυλή που είχαμε παράγει μεν κρέας αλλά δεν έχει μεγάλες αποδόσεις. Δεν συμφέρει να την εκμεταλλευτεί κανείς εντατικά. Ομως μπορεί να αξιοποιήσει τους φυσικούς πόρους και να βόσκει έξω, είναι κάτι που δεν κοστίζει».
Από το 2015 η μεγάλη πτώση
Από την άλλη, οι αίγες και τα πρόβατα, που μέχρι πριν από 10-15 χρόνια ήταν κερδοφόρα, οδεύουν πια προς εξαφάνιση. Ευθύνεται η ευλογιά; «Είναι πολλοί παράγοντες – η ευλογιά είναι το “κερασάκι στην τούρτα“. Η μεγάλη πτώση άρχισε από το 2015. Τα γίδια ελεύθερης εκτροφής μειώνονται κάθε χρόνο κατά 10%». Αντί για απάντηση στην απορία μας, αφηγείται μια πρόσφατη συνάντηση στο Παναχαϊκό Ορος με έναν 65χρονο βοσκό με αυτόχθονα γίδια – τον τελευταίο στην περιοχή. «Θα τα παρατήσει, μου είπε, σε 1-2 χρόνια. Δεν του αποδίδουν πια. Γιατί; Ενα παράδειγμα: Τη δεκαετία του ’80 ο παραγωγός πουλούσε το πρόβειο γάλα 300-340 δραχμές (ένα ευρώ).
Το ίδιο και πριν από 5 χρόνια – τώρα η τιμή έχει πάει 1,50 ευρώ. Τότε, το καλαμπόκι (συμπληρωματική τροφή) είχε 9 δρχ. το κιλό, και τώρα έχει 20 λεπτά του ευρώ, δηλαδή 60-70 δρχ. Ανέβηκαν δηλαδή πάρα πολύ τα κόστη, ενώ μένει σχεδόν σταθερή η τιμή του γάλακτος – και του κρέατος». Αναφέρει, αντίστοιχα, την περίπτωση μιας μονάδας που εκτρέφει βραχυκερατικές αυτόχθονες αγελάδες. Παρότι το προϊόν έχει ιδιαίτερα αυξημένες πωλήσεις, το κέρδος παραμένει ελάχιστο. Γιατί; «Είναι πολλοί οι παράγοντες: από τη γραφειοκρατία και το κόστος της μέχρι όλα τα άλλα έξοδα. Ενα παράδειγμα: το ενώτιο που τοποθετείται στα ζώα στοίχιζε 40 λεπτά και τώρα, που είναι ηλεκτρονικό, κοστίζει 2-5 ευρώ. Το ηλεκτρονικό περιορίζει δραστικά μεν τις απάτες αλλά αν έχεις 500 πρόβατα, ακόμα και με 2 ευρώ να το πάρεις, εκεί που θα πλήρωνες 200 ευρώ, θα πρέπει να δώσεις 1.000 – δηλαδή 800 ευρώ περισσότερα».
Οπως περιγράφει την κατάσταση, μοιάζει αδιέξοδη – και κυρίως για τις αυτόχθονες φυλές. «Αυτή είναι η πραγματικότητα» λέει. «Εως τα τέλη του 20ού αιώνα περίπου, παγκοσμίως το γενικό δόγμα ήταν η αύξηση της παραγωγής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ζώα μεγάλων αποδόσεων με μεθόδους γενετικής βελτίωσης. Η απόδοση αυτών των ζώων δεν έχει καμιά σχέση με τις αποδόσεις των παλιών. Ενώ, π.χ., μια βραχυκερατική παράγει 800 κιλά γάλα τον χρόνο, σήμερα υπάρχουν αγελάδες που βγάζουν 12 φορές περισσότερο. Τα παλιά ζώα, οι αυτόχθονες φυλές όμως, από την άλλη, ήταν προσαρμοσμένες στο περιβάλλον που ζούσαν. Παράλληλα ωστόσο, βελτιώνοντας ένα χαρακτηριστικό, “χειροτερεύουν” άλλα. Είναι σαν να θέλουμε να κάνουμε έναν άνθρωπο να τρέχει γρήγορα. Θα χάσει σε όγκο, δεν θα μπορεί να γίνει και παλαιστής. Δημιουργήσαμε, λοιπόν, αυτά τα ζώα, τα οποία είναι πολύ ευαίσθητα. Για να αποδώσουν πρέπει να βρίσκονται σε ένα ορισμένο περιβάλλον.
Στην Ελλάδα, που το καλοκαίρι έχει υψηλές θερμοκρασίες, υποφέρουν, μειώνονται οι αποδόσεις τους. Οι βελτιωμένες γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες έχουν χρόνο παραγωγικής ζωής περίπου 5 χρόνια, ενώ υπάρχουν εγχώριες βραχυκερατικές που φτάνουν τα 30 χρόνια. Επιπλέον, σιγά σιγά οι απόγονοί ακόμα και των βελτιωμένων φυλών προσαρμόζονται μειώνοντας τις αποδόσεις και αυξάνοντας την αντοχή τους στο δύσκολο περιβάλλον».
Οι αυτόχθονες φυλές ζώων
Στα τέλη του 20ού αιώνα, συνειδητοποιώντας ότι αν αλλάξουν οι συνθήκες (όπως π.χ. τώρα με την κλιματική κρίση), υπάρχει κίνδυνος να αφανιστεί ολόκληρη η κτηνοτροφία μιας χώρας αν είναι βασισμένη μόνο στα βελτιωμένα (ευαίσθητα) ζώα, αρχικά ο FAO (Οργάνωση για τη Διατροφή και τη Γεωργία του ΟΗΕ) και μετά η ΕΕ αποφάσισαν να διαθέσουν χρήματα για να διατηρηθούν οι γενετικοί πόροι, δηλαδή οι αυτόχθονες φυλές.
Η επιδότηση δίνεται ως κίνητρο για τον παραγωγό ώστε να εκτρέφει μια φυλή που έχει μειωμένη παραγωγή. Πολλές φορές τα ζώα της φυλής αυτής όμως καταντούν «ζώα επιδοτήσεων», δηλαδή διατηρούνται μόνο για την επιδότηση – και δεν είναι πάντα «καθαρή» η φυλή. «Και οι πραγματικά σπάνιες φυλές, από τις οποίες έχουν απομείνει π.χ. μόλις 100 ζώα πάνω σε ένα βουνό σε κάποιον 70χρονο κτηνοτρόφο, ο οποίος δεν μπορεί να ακολουθήσει τη γραφειοκρατική διαδικασία (πρέπει να έχει άδεια μονάδας, να υποβάλει αίτηση κ.λπ.), να σβήνουν σιωπηλά».
Το πρόβλημα της τροφής με την αναμενόμενη αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού είναι από τα πιο φλέγοντα σήμερα. «Υπάρχουν βασικά δύο τάσεις ανάπτυξης της κτηνοτροφίας» εξηγεί ο κ. Μπιζέλης. «Η μία υποστηρίζει ότι η τεχνολογία θα λύσει τα προβλήματα. Αυτό σημαίνει λύσεις όπως η παραγωγή συνθετικού κρέατος μέχρι τη δημιουργία φάρμας-ουρανοξύστη με δεκάδες χιλιάδες ζώα (κάτι που γίνεται ήδη στην Κίνα). Το άλλο μοντέλο, το πιο “οικολογικό”, στηρίζεται στην αξιοποίηση των εκτάσεων μιας χώρας. Το 50% του εδάφους της Ελλάδας, ας πούμε, είναι ορεινές και εγκαταλελειμμένες εκτάσεις. Αυτές οι δύο τάσεις αντιπαλεύουν.
Η καθεμία έχει προτερήματα και μειονεκτήματα. Η Ελλάδα, προφανώς, δεν είναι ούτε Κίνα, ούτε Αμερική για να αναπτύξει τέτοιες φάρμες. Αρα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να στραφεί στο πώς θα αξιοποιήσει τα μοντέλα, τα οποία θα στηρίζονται στο έδαφος, στην έκταση της διαθέσιμης γης. Γιατί η τεχνολογία είναι εισαγόμενη. Ενα παράδειγμα: έχουν αναπτυχθεί ρομποτικά συγκροτήματα, στα οποία οι αγελάδες αρμέγονται μόνες τους (με ειδικούς αισθητήρες). Στην Ιρλανδία, λοιπόν, που διαθέτει μεγάλες πεδινές εκτάσεις, χωρίζουν μια μεγάλη έκταση σε 4 κομμάτια.
Στο κέντρο τοποθετείται ο σταθμός που αρμέγονται οι αγελάδες και όπου χορηγείται συμπληρωματική τροφή. Χρησιμοποιούν για βόσκηση εκ περιτροπής τα κομμάτια, ενώ στα υπόλοιπα γίνεται αναβλάστηση. Οι αγελάδες έρχονται στο κέντρο, τρώνε το συμπλήρωμα, αρμέγονται μόνες τους και ξαναγυρίζουν για βόσκηση. Δεν παρεμβάλεται άνθρωπος – μόνο ένας που οδηγεί το φορτηγό θα πάρει το γάλα κάθε 2 μέρες ή θα φέρει τις τροφές. Να λοιπόν πώς μπορεί το κόστος παραγωγής του γάλακτος να είναι πολύ χαμηλό.
Αυτό όμως το αρμεκτικό σύστημα κατασκευάζεται στην Ολλανδία, εκεί κοστίζει π.χ. 80.000 ευρώ και υπάρχει άμεσα συντηρητής. Για να το φέρει ο αντιπρόσωπος εδώ, θα το πουλήσει ας πούμε 120.000 και, αν χαλάσει, πρέπει να έρθει τεχνικός από την Ολλανδία. Αυτομάτως, λοιπόν, θα έχουμε αύξηση 50% του κόστους.
Πώς μπορούμε να ανταγωνιστούμε τον Ολλανδό; Παράγοντας κάτι που δεν μπορεί να παραγάγει η Ολλανδία. Εχουμε τα γίδια που βόσκουν πουρνάρια και αρωματικά φυτά στις απόκρημνες πλαγιές. Δηλαδή παράγονται ιδιαίτερα προϊόντα (γάλα, τυρί, κρέας), υγιεινά και νόστιμα, από ζώα που ζουν ελεύθερα στη φύση. Και γι’ αυτό μπορούμε π.χ. να τα πουλάμε στην Ολλανδία ακριβότερα από το δικό τους τυρί».
Ο κόσμος έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται ξανά ιδιαίτερα για την ποιότητα της τροφής του, παρατηρούμε. «Προφανώς όλοι ενδιαφέρονται για ένα ωραίο τυρί, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι έτσι όπως είναι το σύστημα, για να μείνει ο παραγωγός να παράγει αυτό το τυρί, πρέπει η τιμή του να πάει 3-4 φορές πάνω».