Η εξέγερση κατά της AI: Το κίνημα που θέλει να βαλει «φρένο» στην τεχνητή νοημοσύνη
Δεν είναι πια μεμονωμένες φωνές ανησυχίας, ούτε θεωρητικές συζητήσεις σε ακαδημαϊκά πάνελ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες – και σταδιακά και αλλού – αναπτύσσεται ένα πολύμορφο κίνημα αντίστασης απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, με ονόματα που δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας: StopAI, PauseAI, ControlAI. Κοινός παρονομαστής τους είναι η πεποίθηση ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της AI απειλεί θεμελιώδεις ισορροπίες της κοινωνίας: την εργασία, το περιβάλλον, ακόμη και την ίδια την ανθρώπινη αυτονομία.
Οι ομάδες αυτές αυτοπροσδιορίζονται ως μη βίαιοι ακτιβιστές, αλλά οι μέθοδοί τους είναι σκληρές και συμβολικά φορτισμένες. Διαδηλώσεις μπροστά από τα κεντρικά γραφεία εταιρειών-κολοσσών, όπως η OpenAI, η Anthropic και η Google DeepMind, πράξεις πολιτικής ανυπακοής, ακόμη και απεργίες πείνας. Το μήνυμα είναι σαφές: η τεχνολογική κούρσα έχει ξεφύγει από τον κοινωνικό έλεγχο. «Μας οδηγεί με ταχύτητα σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή», προειδοποιούν οι πρωταγωνιστές του κινήματος, βλέποντας την εμπορική πίεση και τον ανταγωνισμό των εταιρειών να υπερισχύουν κάθε προβληματισμού για τις συνέπειες.
Στον πυρήνα της διαμαρτυρίας βρίσκεται ο φόβος της μαζικής απώλειας θέσεων εργασίας. Η υπόσχεση της AI για αύξηση της παραγωγικότητας και αυτοματοποίηση ολόκληρων κλάδων μεταφράζεται, για εκατομμύρια εργαζομένους, σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Παράλληλα, ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό αλλά εξίσου κρίσιμο ζήτημα έρχεται στο προσκήνιο: η ενέργεια. Τα τεράστια data centers που στηρίζουν την ανάπτυξη των μεγάλων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, επιβαρύνοντας δίκτυα και τοπικές κοινωνίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ οργανώνεται πλέον συντονισμένη αντίδραση απέναντι στην κατασκευή νέων data centers. Δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις έχουν μπλοκαριστεί ή καθυστερήσει, καθώς τοπικές κοινότητες και πολιτικοί φορείς εκφράζουν φόβους για αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η αντίσταση αυτή δεν μοιάζει παροδική· αντίθετα, αποκτά διάρκεια, δομή και πολιτική βαρύτητα.
Η κοινωνική δυσπιστία αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες Αμερικανούς δηλώνουν ότι θέλουν αυστηρότερο έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται στην καθημερινή τους ζωή. Το ερώτημα δεν είναι πια αν η AI θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά ποιος θα θέσει τους κανόνες αυτής της αλλαγής – και προς όφελος ποιων.
Το ζήτημα έχει ήδη αρχίσει να αποκτά πολιτική διάσταση. Αναλυτές εκτιμούν ότι η δυσαρέσκεια γύρω από το κόστος ενέργειας και την απειλή για την απασχόληση θα μπορούσε να επηρεάσει εκλογικές συμπεριφορές. Η τεχνητή νοημοσύνη, από τεχνολογικό θαύμα, μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης.