World News

Το Λονδίνο κάτω από το όριο της φτώχειας

Ta Nea 

Το 1849 στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου ο θάνατος είχε τη μορφή της χολέρας. Και για την καταγραφή της επιδημίας κλήθηκε ο Χένρι Μέιχιου (1812-1887), γνωστός σατιρικός συγγραφέας και συνιδρυτής του θρυλικού πλέον περιοδικού «Punch». Υιοθετώντας ένα ψευδώνυμο, ξεκίνησε να στέλνει ανταποκρίσεις στην εφημερίδα «Morning Chronicle», στη σειρά «London Labour and the London Poor».

«Στην ουσία ήταν συνεντεύξεις: βιοπαλαιστών, μεροκαματιάρηδων, ζητιάνων, ρακοσυλλεκτών. Ανθρώπων που ζούσαν κάνοντας δουλειές του ποδαριού – οι περισσότεροι πεινούσαν», σημειώνει ο μεταφραστής Δημήτρης Καρακίτσος στην ελληνική έκδοση, «Το Λονδίνο των φτωχών», το οποίο αναμένεται από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια στις 10 του μήνα.

«Ο Μέιχιου δεν ήταν εκεί για να τους κρίνει, αλλά για να τους ακούει. Και αποδείχτηκε εξαίσιος ακροατής (ένα από τα ταλέντα του ήταν ότι πρόσεχε πολύ τον συνομιλητή του). Πλέον οι ανταποκρίσεις κυκλοφορούσαν τακτικά σε μορφή περιοδικού και ο Μέιχιου δεν είχε κανένα λόγο να συνεργάζεται με την εφημερίδα.

Τα 13.000 αντίτυπα που πωλούνταν εβδομαδιαίως ναι μεν ήταν λίγα μπροστά στις 40.000 του περιοδικού “Household Words” – διευθυντής του οποίου ήταν ο Ντίκενς –, δεν υπήρχε όμως αμφιβολία ότι εκείνη την εποχή οι δύο άντρες ήταν οι βασικοί διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Ο Μέιχιου όμως, παρότι καταϊδρωμένος, κατάφερε στο τέλος να αλώσει τη λογοτεχνία του Ντίκενς: κάποιοι από τους δικούς του ήρωες βρίσκονται εκεί, μέσα στα πολυσέλιδα βιβλία του Ντίκενς, μεταμφιεσμένοι σε ήρωες μυθιστορημάτων». Από το βιβλίο προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα απ’ το κεφάλαιο για τους «κυνηγούς των υπονόμων».

Πριν από µερικά χρόνια, οι κεντρικοί υπόνομοι που είχαν την απορροή τους στα ποτάμια ήταν εντελώς ανοιχτοί, κι έτσι όποιος ήθελε να εξερευνήσει τα σκοτεινά και αφιλόξενα βάθη τους μπορούσε να μπει από εκείνα τα σημεία του ποταμού και να περιπλανηθεί εντός τους – υπό την προϋπόθεση ότι μπορούσε να αντέξει τη δυσωδία που τον περίμενε σε κάθε του βήμα – για πολλά χιλιόμετρα, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Εκείνη την εποχή ήταν πολύ συχνό φαινόμενο, ειδικά με τις παλίρροιες της άνοιξης, το νερό να εισρέει στους υπονόμους, να ρέει μέσα τους σαν χείμαρρος, και στη συνέχεια να ξεχύνεται από τα φρεάτια στους δρόμους, πλημμυρίζοντας όλες τις χαμηλές περιοχές κοντά στον ποταμό, ώσπου στο τέλος θύμιζαν ολλανδική πόλη όπου διασταυρώνονταν μια σειρά από λασπωμένα κανάλια. Πρόσφατα, ωστόσο, για να εξαλειφθεί αυτό το πρόβλημα, οι Επίτροποι έβαλαν να χτιστεί ένας γερός τοίχος από τούβλα στην είσοδο διαφόρων υπονόμων.

Σε καθέναν από αυτούς τους τούβλινους τοίχους υπάρχει ένα άνοιγμα που καλύπτεται από μια γερή σιδερένια πόρτα, η οποία κρέμεται από την κορυφή και είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε, όταν η παλίρροια είναι χαμηλή, η ροή του νερού και των ακαθαρσιών στο εσωτερικό των υπονόμων να τη σπρώχνουν προς τα έξω και το περιεχόμενό τους να χύνεται στο ποτάμι· αντίθετα, όταν η παλίρροια ανεβαίνει, η πόρτα πιέζεται τόσο σφιχτά στον τοίχο από την εξωτερική πίεση του νερού, ώστε το νερό δεν μπορεί να εισέλθει, κι έτσι οι γειτονιές που βρίσκονται κοντά στο ποτάμι προστατεύονται από τις πλημμύρες που μέχρι τώρα ήταν τόσο συχνές.

Αν δεν ήταν πασίγνωστο γεγονός, ίσως να φαινόταν αδιανόητο πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα συνέχιζαν μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, να περιφέρονται μέσα σ’ αυτά τα υπόγεια κανάλια για να μαζεύουν τα απόβλητα της πόλης· αυτό όμως συμβαίνει ακόμα και σήμερα.

Παλαιότερα, φυσικά, αυτή η συνήθεια ήταν πολύ πιο διαδεδομένη απ’ ό,τι στις μέρες μας, καθώς εκείνη την εποχή οι υπόνομοι ήταν τελείως ανοιχτοί και προσβάσιμοι σε όσους επιθυμούσαν να εισέλθουν. Ακόμα και τώρα λέγονται απίστευτες ιστορίες για ανθρώπους που έχασαν τον δρόμο τους μέσα στους υπονόμους και περιπλανήθηκαν στα βρόμικα περάσματα – με τα φανάρια τους να έχουν σβήσει από τα τοξικά αέρια – μέχρι που, εξαντλημένοι και αδύναμοι, έπεσαν κάτω και πέθαναν επιτόπου.

Αλλες ιστορίες αναφέρουν ότι πολλοί κυνηγοί των υπονόμων δέχτηκαν επίθεση από μυριάδες τεράστιους αρουραίους και σκότωσαν χιλιάδες από δαύτους στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, μέχρι που τελικά τα κοπάδια των άγριων ζώων τούς εξουδετέρωσαν και λίγες μέρες αργότερα οι σκελετοί τους βρέθηκαν κατασπαραγμένοι μέχρι το μεδούλι. Ωστόσο, από τότε που τοποθετήθηκαν οι σιδερένιες πόρτες στους κύριους αγωγούς, εκδόθηκε απαγόρευση εισόδου σε αυτούς, ενώ προσφέρεται αμοιβή πέντε λιρών σε όποιον δώσει πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη οποιουδήποτε παραβάτη. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί εξακολουθούν να περιπλανιούνται μέσα σ’ αυτούς τους βρόμικους λαβύρινθους αναζητώντας πολύτιμα αντικείμενα που μπορεί να έχουν καταλήξει εκεί.

Τα άτοµα που συνηθίζουν να ψάχνουν στους υπονόμους αυτοαποκαλούνται «άνθρωποι της όχθης» ή «εργάτες της όχθης». Ανήκουν, σε κάποιο βαθμό, στην ίδια κατηγορία με τους «λασπολόγους», οι οποίοι περιφέρονται μέσα στη λάσπη κατά μήκος της όχθης, κοντά σε ναυπηγεία ή σε διαλυτήρια πλοίων, με σκοπό να συλλέξουν καρφιά από χαλκό, μπουλόνια, σίδερα και παλιά σχοινιά.

Οι εργάτες της όχθης, ωστόσο, δεν συλλέγουν ούτε τα κάρβουνα ούτε τα ξύλα που βρίσκουν στον δρόμο τους· αφήνουν αυτά τα υλικά για τους λασπολόγους. […] Συνήθως επιδεικνύουν μεγάλη επιδεξιότητα στην ανακάλυψη αυτών των αντικειμένων σε απίθανα μέρη και έχουν γνώση των διαφόρων κυμάτων της παλίρροιας και σε ποια συγκεκριμένα σημεία μεταφέρονται τα αντικείμενα.

Παρότι δεν καταφέρνουν πια να μαζέψουν τόσα υλικά όσο παλαιότερα, εξακολουθούν να μπορούν να βγάζουν αυτό που αποκαλούν «καλό μεροκάματο» και μπορούν να κοιτάζουν αφ’ υψηλού τις ασήμαντες προσπάθειες των λιγότερο τυχερών συναδέλφων τους, των λασπολόγων. Το να εισέλθεις στους υπονόμους και να τους εξερευνήσεις σε βάθος θεωρείται, ακόμα κι από όσους είναι εξοικειωμένοι με αυτό που ονομάζεται «εργασία στις όχθες», μια περιπέτεια με μεγάλο ρίσκο. Υπάρχουν διάφοροι κίνδυνοι που μπορεί να συναντήσει κανείς.

Σε πολλά σημεία – ειδικά στους παλιούς υπονόμους – τα τούβλινα τοιχώματα έχουν σαπίσει από τη συνεχή διάβρωση και την υγρασία και τμήματά τους έχουν πέσει και έχουν φράξει το πέρασμα με σωρούς από συντρίμμια∙ παρ’ όλα αυτά, οι κυνηγοί των υπονόμων πρέπει να σκαρφαλώνουν πάνω από αυτά τα εμπόδια «όσο πιο προσεκτικά μπορούν».

Читайте на сайте