Διακόσια χρόνια μάνητα
Τι; Μόνο διακόσια; Χιλιάδες χρόνια. Από τότε που χαράχτηκαν τα πρώτα ορνιθοσκαλίσματα στην ελληνική γλώσσα. «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληιάδεω Αχιλήος» γράφει ο μπαρμπα-Ομηρος στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας. Που σημαίνει: «Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας, του ξακουστού Αχιλλέα» (μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή). Μας τρέφει; Μας συναρπάζει; Δίνει νόημα στη ζωή μας; Μας κάνει να νιώθουμε κάτι σημαντικό; Πυροδοτεί και θεμελιώνει ιδεολογίες; Ή μήπως μας κατατρέχει ένας συλλογικός ψυχαναγκασμός που μας επιβάλλει να παίρνουμε πάντα θέση σε όποια διαφωνία προκύψει απανταχού του πλανήτη και πολύ περισσότερο στη χώρα μας; Μία θέση που ορίζεται περισσότερο από το σε τι είμαστε εναντίον παρά από το τι υποστηρίζουμε. Το ίδιο στα σημαντικά, το ίδιο και στα ασήμαντα. Εδώ μαλλιοτραβηχτήκαμε για το αν ο Νόλαν θα έπρεπε να επιλέξει Ωραία Ελένη με σταρένια, olive ή ebony απόχρωση επιδερμίδας.
Στα νεότερα, το πρωί της περασμένης Δευτέρας, οι κάτοικοι της Νέας Επιδαύρου είδαν ότι από τη χάλκινη προτομή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου είχε απομείνει μόνο η βάση της. Και όχι, δεν την έκλεψαν κάποιοι για να εμπορευθούν τον χαλκό – αυτά τα έχουμε συνηθίσει. Την επόμενη ημέρα βρέθηκε πεταμένη σε κοντινό φαράγγι. Που σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας συμμετείχαν στην «επιχείρηση» καθώς είναι πάρα πολύ βαριά. «Μιλάμε για έλλειψη παιδείας και έλλειψη σεβασμού της Ιστορίας. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα φτάναμε σε τέτοιες ακρότητες» είπε ο δήμαρχος της Επιδαύρου Τάσος Χρόνης. Γιατί όμως έχω την υποψία ότι αν κάποιοι – που δεν είναι καθόλου λίγοι – δεν επηρεάζονταν τόσο από την ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή, αν δεν το έπαιρναν τόσο προσωπικά, ο Μαυροκορδάτος θα συνέχιζε να ατενίζει με τα χάλκινα μάτια του την αργολική γη;
Ο Σμαραγδής λοιπόν έκανε μία ταινία. Χιλιάδες θεατές τη θεώρησαν αριστούργημα, την αποθέωσαν, την καταχειροκρότησαν, έκλαιγαν μέσα στους σινεμάδες. Αρκετοί, με τους οποίους συμφωνώ, την έκριναν ως κακή καλλιτεχνικά και μονόπαντη ιστορικά, επίπεδη ως προς τον ψυχισμό των ηρώων, εντελώς σχηματική ως προς την απόδοση των καλών και κακών χαρακτήρων και, επιπλέον, ότι προσεγγίζει τον Καποδίστρια με απολύτως μεσσιανικό τρόπο. Πρόκειται όμως για μία ταινία. Δηλαδή για μία προσωπική, από την πλευρά του δημιουργού της, θεώρηση της Ιστορίας.
Το να προκαλέσει κάποιες συζητήσεις το θεωρώ αυτονόητο. Το να φέρει στην επικαιρότητα ένα ιστορικό πρόσωπο για το οποίο, πριν από την προβολή της ταινίας, το μόνο που γνώριζε ο μέσος Ελληνας ήταν ότι έφερε τις πατάτες στην Ελλάδα και επειδή, αρχικά, δεν άρεσαν στον κόσμο, έβαλε φρουρά στις αποθήκες ώστε να πυροδοτήσει τα αντανακλαστικά του πλιάτσικου και να γίνει ντου, είναι αναμενόμενο (αν και ενδεικτικό για τη γνώμη που είχε για τους Ελληνες ο Καποδίστριας). Το να ξεσηκώσει όμως μάνητα εναντίον του Μαυροκορδάτου που ήταν πολιτικός αντίπαλος του κυβερνήτη, καταδεικνύει αυτό που επεσήμανε ο δήμαρχος Επιδαύρου. Ελλειψη παιδείας και σεβασμού στην Ιστορία. Κάτι αναπόφευκτο για όσους τη «διδάσκονται» από ταινίες προσωπικής ματιάς.
Δεν ξέρω για πόσο θα κρατήσει ακόμη αυτή η «Καποδιστριάδα». (Ισως μέχρι να γκρεμίσουν μία νύχτα και το άγαλμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στην πλατεία της Αρεόπολης). Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι η αναπαραγωγή της ακόμη και από σοβαρούς ανθρώπους. Η δημοσιογράφος Σοφία Παπαϊωάννου, για παράδειγμα, αφιερώνει μία εκπομπή της σε απόγονους του Μαυρομιχάλη και του Καποδίστρια. Για ποιον λόγο;
Γιατί τον Μαυροκορδάτο;
Στις σημερινές περιρρέουσες συνθήκες όπου κερδίζει έδαφος ένας λαϊκισμός που, πολύ συχνά, γλείφει τις όχθες του ολοκληρωτισμού, ευκολάκι να μπει στο στόχαστρο ο Μαυροκορδάτος. Πρώτα απ’ όλα διότι έστρεφε το βλέμμα προς τη Δύση αφού αυτός θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είναι ο προσανατολισμός του νεοσύστατου κράτους. Ευρωπαϊστής, ελιτιστής, πίστευε στους θεσμούς και το Σύνταγμα και ότι δεν μπορούσε να υπάρξει κράτος χωρίς δημοκρατία. Μακροπρόθεσμα η Ιστορία τον δικαίωσε έναντι του συγκεντρωτικού και αυταρχικού Καποδίστρια.