Ανάληψη ευθύνης σε ακραίες συνθήκες
Ο Κώστας Σημίτης εκλέχτηκε πρωθυπουργός στις 18 Ιανουαρίου του 1996, τρεις μέρες μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Στην πραγματικότητα, όμως, έγινε πρωθυπουργός στις 31 Ιανουαρίου, μετά τη δραματική νύχτα των Ιμίων, και μία μέρα αργότερα, την 1η Φεβρουαρίου, όταν πήγε στη Βουλή και είπε μια φράση: «Θέλω να ευχαριστήσω την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών για την πρωτοβουλία και τη βοήθειά τους».
Τριάντα χρόνια ίσως είναι εφικτή μια πιο ψύχραιμη αποτίμηση της στάσης μιας νεογνής κυβέρνησης απέναντι στη μεγαλύτερη εθνική κρίση μετά την εισβολή στην Κύπρο, αλλά και της απόφασης του Σημίτη να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη των αποφάσεων.
Για μια αποτίμηση, πρέπει κανείς πρώτα από όλα να θυμηθεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες προφέρονται αυτά τα λόγια. Ο Σημίτης έχει εκλεγεί μόλις, με οριακό τρόπο – στην πρώτη ψηφοφορία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας τρεις ψήφοι τον χώριζαν από τον αποκλεισμό από τον Γεράσιμο Αρσένη, υπουργό Αμυνας με τον οποίο συγκρούεται μετωπικά τη νύχτα της κρίσης. Και υπάρχει πάντα το ζήτημα της αντιπολίτευσης – ποτέ ένα εθνικό μέτωπο, σε όλη τη Μεταπολίτευση – από το Σκοπιανό μέχρι τα Ιμια και μετά τα Μνημόνια, οι εθνικές κρίσεις αντιμετωπίζονται σταθερά ως ευκαιρίες ανάρρησης στην εξουσία.
Στη Βουλή, πολλοί βουλευτές της ΝΔ με επικεφαλής τον αρχηγό της (και τότε θεωρούμενο ως βέβαιο επόμενο πρωθυπουργό) Μιλτιάδη Εβερτ φωνάζουν «Γουδί, Γουδί» υποδαυλίζοντας την εικόνα εθνικής προδοσίας.
Από εκείνη την Κ.Ο. βρίσκονται σήμερα στα ίδια έδρανα μόνο ο Θανάσης Δαβάκης και η Ντόρα Μπακογιάννη (ασφαλώς όχι ανάμεσα στους κεκράκτες), που σε άλλες συνθήκες θα πλήρωνε με διαγραφή την επιλογή της εθνικής έναντι της κομματικής προτεραιότητας. Η κοινή επιλογή της τότε αξιωματικής και (λίγο αργότερα) της εσωκομματικής αντιπολίτευσης να χρησιμοποιήσουν τα Ιμια για να φθείρουν τη νεαρή κυβέρνηση Σημίτη συνέβαλε ώστε το «ευχαριστώ στους Αμερικανούς» να καταλογίζεται ως δήλωση υποτέλειας. Η αποστροφή έχει σφραγίσει αρνητικά τη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.
Πάντα υπάρχει κάποιος άλλος, φαντασιακός δρόμος για την Ελλάδα – μέχρι να έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Η χώρα πίστευε πως η υφήλιος παρακολουθούσε τότε με κομμένη την ανάσα. Ο Μπιλ Κλίντον αφιερώνει σχεδόν μία σελίδα από τις χίλιες των απομνημονευμάτων του για να σαρκάσει τον εαυτό του – «αφού δεν έλυσα το Μεσανατολικό, τουλάχιστον έσωσα κάτι κατσίκια στο Αιγαίο»…
Στα Ιμια η εναλλακτική ήταν η γενικευμένη πολεμική σύρραξη με την Τουρκία. Με «εάν» δεν γράφεται Ιστορία, και επομένως κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ποια θα ήταν η έκβασή της. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι και στην (πολύ αμφίβολη) θετική για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις εκδοχή, θα είχε εκτροχιαστεί το βασικό σχέδιο της χώρας και του Σημίτη: το ευρώ. Η νύχτα των Ιμίων είχε δείξει τη γεωπολιτική απουσία της Ευρώπης και την ανάγκη εμπλοκής των Αμερικανών.
Η αποκατάσταση μιας εικόνας υπευθυνότητας, εσωτερικής φιλοευρωπαϊκής σταθερότητας, η προσήλωση στον μεγα-στόχο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και για την επίτευξη των οικονομικών προϋποθέσεων και για το πολιτικό υπόβαθρο της ένταξης στην ευρωζώνη. Ηταν μια κορυφαία πράξη ευθύνης σε ακραίες συνθήκες. Χωρίς αυτήν η Ελλάδα θα είχε χάσει (πιθανόν οριστικά) το τρένο του ευρώ και αναμφίβολα η Κύπρος δεν θα ήταν μέλος της ΕΕ χωρίς την προϋπόθεση της λύσης του Κυπριακού.