World News in Greek

«Γυναικοκτονία»: Νομικός όρος ή απλώς συμβολισμός;

Ta Nea 

Η συζήτηση για τη θεσμοθέτηση του όρου «γυναικοκτονία» στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα δεν είναι νέα, ωστόσο τα τελευταία χρόνια επανέρχεται με αυξανόμενη ένταση, στον απόηχο εγκλημάτων που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη και αναδεικνύουν την έμφυλη διάσταση της βίας. Διάσταση η οποία ήταν «παρούσα» και στην πιο πρόσφατη (και σίγουρα όχι τελευταία…) περίπτωση των δύο δολοφονημένων γυναικών στη Θεσσαλονίκη.

Σε αυτό το φόντο, η απόφαση της Ιταλίας να εισαγάγει τη γυναικοκτονία ως αυτοτελές ποινικό αδίκημα λειτούργησε ως καταλύτης, φέρνοντας εκ νέου στο προσκήνιο το ερώτημα αν το ισχύον ποινικό πλαίσιο επαρκεί ή αν απαιτείται μια ρητή νομική αναγνώριση ενός φαινομένου με ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μια συζήτηση που κινείται ανάμεσα στη νομική ουδετερότητα και στον συμβολισμό, ανάμεσα στην αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και στην ανάγκη ορατότητας μιας μορφής βίας που, όπως υποστηρίζουν πολλοί, δεν είναι ουδέτερη ως προς το φύλο.

Τον Νοέμβριο του 2025, συγκεκριμένα, το ιταλικό κοινοβούλιο ψήφισε ομόφωνα την εισαγωγή της γυναικοκτονίας ως διακριτού αδικήματος, το οποίο τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συμβολικά ημέρα, αφιερωμένη στην εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών (25 Νοεμβρίου), ενώ η εικόνα βουλευτών να φορούν κόκκινες κορδέλες και ρούχα στην αίθουσα της Βουλής αποτύπωσε το πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα που επεδίωξαν να στείλουν η πολιτεία και οι βουλευτές.

Ο νόμος, που κατατέθηκε από την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι και υποστηρίχθηκε τόσο από την κυβερνητική πλειοψηφία όσο και από την αντιπολίτευση, ορίζει ως γυναικοκτονία κάθε δολοφονία γυναίκας που τελείται ως πράξη μίσους, διάκρισης, κυριαρχίας, ελέγχου ή υποταγής λόγω φύλου. Περιλαμβάνονται περιπτώσεις εγκλημάτων που συνδέονται με την άσκηση ενδοοικογενειακής ή συντροφικής βίας, τη διακοπή μιας σχέσης ή την απόπειρα περιορισμού των ατομικών ελευθεριών του θύματος.

Από εδώ και στο εξής, στην Ιταλία κάθε τέτοια πράξη θα καταγράφεται επισήμως ως γυναικοκτονία, ανεξάρτητα από το αν η ποινή παραμένει η ίδια με εκείνη της ανθρωποκτονίας. Για τους υποστηρικτές του νόμου, η αλλαγή αυτή ενισχύει την αναγνώριση του έμφυλου κινήτρου και επιτρέπει την καλύτερη αποτύπωση του φαινομένου στα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Για τους επικριτές, πρόκειται κυρίως για μια συμβολική διαφοροποίηση, χωρίς ουσιαστικό ποινικό αποτέλεσμα.

Η ελληνική πραγματικότητα

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθεται να θεσμοθετήσει τον όρο «γυναικοκτονία» ως ξεχωριστό ποινικό αδίκημα. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης έχει τονίσει ότι το ελληνικό ποινικό σύστημα προστατεύει ως υπέρτατο έννομο αγαθό την ανθρώπινη ζωή, χωρίς διακρίσεις. Οπως επισημαίνει, όποιος αφαιρεί ανθρώπινη ζωή – ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας ή άλλων χαρακτηριστικών – αντιμετωπίζει την εσχάτη των ποινών, δηλαδή την ισόβια κάθειρξη.

Μετά τις αλλαγές που επέφερε ο Ν. 4855/2021, η ποινή της ισόβιας κάθειρξης αποτελεί μονόδρομο για την ανθρωποκτονία από πρόθεση, γεγονός που, κατά την κυβερνητική άποψη, καθιστά περιττή τη δημιουργία ενός νέου ιδιώνυμου εγκλήματος. «Ακόμη και αν υπάρξει ξεχωριστός χαρακτηρισμός, η ποινή θα είναι η ίδια», έχει δηλώσει ο υπουργός, υποστηρίζοντας ότι στην ουσία η γυναικοκτονία περιλαμβάνεται ήδη στον όρο της ανθρωποκτονίας.

Παράλληλα, αναγνωρίζει τη σημασία της χρήσης του όρου στον δημόσιο λόγο, όχι όμως ως ποινική κατηγορία, αλλά ως κοινωνικό εργαλείο ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης, ιδίως από το σχολείο. Οπως σημειώνει, υπάρχει ένα «δυσδιάκριτο σημείο» στον προσδιορισμό του κινήτρου, θέτοντας ερωτήματα για περιπτώσεις όπου τα πραγματικά περιστατικά είναι σύνθετα, όπως όταν ο δράστης αυτοκτονεί ή όταν συνυπάρχουν διαφορετικά κίνητρα.

Η έννοια της έμφυλης βίας

Στον αντίποδα, φεμινιστικές και άλλες οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η μη αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως αυτοτελούς εγκλήματος συνιστά άρνηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Εκπρόσωπος κινήματος για την πρόληψη και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, μιλώντας στα «ΝΕΑ», χαρακτηρίζει τη γυναικοκτονία ως «την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας» και διευκρινίζει ότι ο όρος δεν αφορά όλες τις δολοφονίες γυναικών.

Οπως εξηγεί, η γυναικοκτονία είναι ένα έγκλημα με σαφή έμφυλα χαρακτηριστικά, που τελείται στο πλαίσιο ενδοοικογενειακής ή συντροφικής βίας, σεξουαλικής κακοποίησης, ελέγχου και άνισης σχέσης εξουσίας. Πρόκειται για εγκλήματα «τιμωρητικού χαρακτήρα», όπου ο δράστης θεωρεί τη γυναίκα κτήμα του και αντιδρά βίαια όταν εκείνη επιχειρεί να αυτονομηθεί.

«Η νομοθεσία οφείλει να παρακολουθεί τις κοινωνικές επιταγές και ο νομοθέτης να λαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό και την αντιμετώπιση ενός κοινωνικού φαινομένου με συνεχόμενα αυξητική τάση. Το ζητούμενο στην ένταξη της γυναικοκτονίας ως ιδιώνυμου εγκλήματος δεν είναι μόνο οι αυστηρότερες ποινές, όπως λανθασμένα ακούμε στον δημόσιο λόγο. Είναι να αναγνωριστεί το φαινόμενο και να του αποδοθεί η πραγματική του κοινωνική διάσταση, να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπισή του και επίσης να διευθετηθούν νομικά θέματα που αφορούν τα τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία των θυμάτων, που με τον ισχύοντα νόμο απολαμβάνουν οι γυναικοκτόνοι (όταν έχει τελεσθεί γάμος), και τη στήριξη και εξασφάλιση των τέκνων και της οικογένειας», σημειώνει η Ασπασία Θεοφίλου, καλλιτέχνις και ιδρύτρια του Strong me.

«Η γυναικοκτονία είναι ένα έγκλημα που “φωνάζει” πατριαρχία. Οι ζωές μας δεν έχουν αξία, δεν μας ανήκουν και η πολιτεία συναινεί σε αυτό. Οχι μόνο εμμένει στην άποψη ότι δεν υπάρχει λόγος να ενταχθεί στον Ποινικό Κώδικα ως ιδιώνυμο έγκλημα, αλλά δεν συμμορφώνεται και με τις συστάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων για τη λήψη δραστικών μέτρων για την προστασία των θυμάτων. Δεν θα σταματήσουμε μέχρι να είμαστε ασφαλείς στον δρόμο, στο εργασιακό περιβάλλον, στα σπίτια μας», προσθέτει.

Οι φωνές των οικογενειών των θυμάτων

Στον δημόσιο διάλογο παρεμβαίνουν και οι οικογένειες των δολοφονημένων γυναικών, μεταφέροντας τη βιωματική διάσταση της απώλειας. Η Ελένη Κρεμαστιώτη, μητέρα της 24χρονης Ερατώς που δολοφονήθηκε από τον εν διαστάσει σύζυγό της το 2019 στη Μυτιλήνη, επιμένει ότι η θεσμοθέτηση του όρου είναι αναγκαία. «Είναι απαραίτητο να γίνει χθες», δηλώνει χαρακτηριστικά στα «ΝΕΑ», τονίζοντας ότι οι γυναίκες αυτές σκοτώθηκαν επειδή, ακριβώς, ήταν γυναίκες.

Η ίδια κάνει λόγο για την ανάγκη αλλαγής των προνομίων των δραστών και ζητεί από την πολιτεία να «μπει στα παπούτσια» των οικογενειών που θρηνούν. Για τις μητέρες αυτές η γυναικοκτονία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα που, όπως υποστηρίζουν, δεν αποτυπώνεται επαρκώς από τον γενικό όρο της ανθρωποκτονίας. «Ολα αυτά τα τέρατα που αφαίρεσαν τις ζωές των κοριτσιών μας, αφαίρεσαν τις ζωές τους μόνο και μόνο γιατί ήταν γυναίκες. Οπως και με την Ερατώ μου: “Δεν θα σε έχω εγώ, δεν θα σε έχει κανένας!”. Να θεσπιστεί ο όρος γυναικοκτονία στο Σύνταγμά μας, να αλλάξουν και τα προνόμια όλων αυτών των δολοφόνων», τονίζει η Ελένη Κρεμαστιώτη.

Читайте на сайте