World News in Greek

Τυμβωρύχοι

Ta Nea 

Πόσοι είναι οι νεκροί από εργατικά δυστυχήματα στην Ελλάδα; 50 τον χρόνο, όπως λένε τα επίσημα στοιχεία; Ή 200 όπως τους μετράει ένας συνδικαλιστικός φορέας; Σε μια χώρα που είχε γίνει κάποτε ανέκδοτο για τις στατιστικές της επιδόσεις και που, μέχρι να την υποχρεώσει η τρόικα να τους μετρήσει, δεν ήξερε πόσους δημοσίους υπαλλήλους απασχολεί και πόσους δημόσιους οργανισμούς διαθέτει, μας συμβαίνει συχνά να διαφωνούμε στο μέτρημα.

Αλλά αυτός ο καβγάς για τους μακάβριους αριθμούς που στήθηκε ενώ κάπνιζαν ακόμη τα αποκαΐδια του εργοστασίου στα Τρίκαλα και ήταν ακόμη άταφες οι πέντε νεκρές γυναίκες, μάλλον ξεπέρασε τα όρια.

Είναι σαν να μην έχουν σημασία οι χαμένες ζωές, το δυστύχημα και οι αιτίες του, σαν να μην έχει ενδιαφέρον μια ουσιαστική συζήτηση για τα κενά ασφαλείας στους τόπους εργασίας, τα ακόμη μεγαλύτερα κενά στην κουλτούρα της ευθύνης ή τις ελλείψεις στους αρμόδιους για έλεγχο φορείς, που είναι πάντοτε πολλοί, υποστελεχωμένοι και μπερδεύονται ο ένας στα πόδια του άλλου. Σαν το μόνο που έχει σημασία να είναι το «πολιτικό ταμείο».

Πόσο βλάπτει πολιτικά και ποιον η τραγωδία και ποιον μπορεί να «ωφελεί».

Στις πρώτες του δηλώσεις μετά την τραγωδία στα Τρίκαλα, για παράδειγμα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εμφανίστηκε πολύ οργισμένος. Δεν είχε θυμώσει με όσα το πρώτο πόρισμα της Πυροσβεστικής ανέφερε για μια διαρροή προπανίου που προειδοποιούσε, μα φαίνεται να αγνοήθηκε για μήνες και προκάλεσε εν τέλει τον θάνατο των πέντε γυναικών. Τον είχαν θυμώσει δημοσιεύματα και δηλώσεις για ρεκόρ εργατικών δυστυχημάτων στην Ελλάδα.

Και τα έβαλε με ένα «κίνημα τυμβωρύχων», που «σε κάθε τραγωδία, είτε είναι δυστύχημα, είτε εργατικό, είτε σιδηροδρομικό, είτε μια μεγάλη φυσική καταστροφή… επενδύουν στη δυστυχία, επενδύουν στο σοκ που παθαίνει δικαιολογημένα ο κόσμος και πάνε να χτίσουν καριέρες: πολιτικές, δημοσιογραφικές, μετατρέπονται σατιρικές εκπομπές σε εργαλεία δολοφονίας χαρακτήρων, παραπλάνησης της κοινής γνώμης».

Οχι πως δεν έκανε και τώρα την εμφάνισή της η ροπή στην τερατολογία και τη συνωμοσιολογία που σκεπάζει σαν τοξικό νέφος κάθε δημόσια συζήτηση στη χώρα. Οχι πως και η αντιπολίτευση δεν γλιστράει κάθε τόσο στο λάθος να μεταφράζει τα πάντα σε μια ρηχή και μονότονη αντικυβερνητική ρητορική, η οποία υποκαθιστά τη συγκεκριμένη κριτική και αδικεί και τις όποιες προτάσεις (όταν υπάρχουν).

Αλλά είναι ακόμη πιο ενοχλητική η συνήθεια που έχει αποκτήσει η κυβέρνηση να στήνει μια ατέρμονη πολιτική αντιδικία κάθε φορά που προκύπτει μια κρίση, η οποία απαιτεί υπεύθυνο χειρισμό, σοβαρή διερεύνηση ευθυνών και σχεδιασμό μέτρων πρόληψης.

Θα ήταν ενοχλητικό, ακόμη κι αν πλέαμε στις πιο γαλήνιες θάλασσες. Αλλά γίνεται επικίνδυνο όταν η πολιτική, η δημοκρατία και οι θεσμοί της δοκιμάζονται από μια καταιγίδα δυσπιστίας. Θυμίζω τα δεδομένα:

Πρώτον, η Ελλάδα εμφανίζεται ως η χώρα με τον χαμηλότερο βαθμό πολιτικής εμπιστοσύνης, μεταξύ όλων των «δυτικών» δημοκρατιών. Το 97% (έρευνα Kappa research) πιστεύει ότι η διαφθορά είναι πολύ ή αρκετά διαδεδομένη στη χώρα, ένα 92% δεν εμπιστεύεται τα ΜΜΕ, ένα 86% δεν εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα κι ένα 71% δεν εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη. Σε πρόσφατη έρευνα μεγάλου διεθνούς οργανισμού (Pew) η Ελλάδα είναι μακράν η χώρα με τον χαμηλότερο βαθμό πολιτικής εμπιστοσύνης.

Μόλις το 25% (έρευνα Pew) έχει θετική γνώμη για το κόμμα που κυβερνά, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 24 χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Αλλά τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για την αντιπολίτευση. Ενα 61% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται κανένα απολύτως κόμμα. Στη χώρα με το δεύτερο χειρότερο αποτέλεσμα έπειτα από εμάς, τη δοκιμαζόμενη Γαλλία, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 41%.

Δεδομένο δεύτερο, η συμμετοχή στις εκλογές, που ήταν της τάξεως των 7 εκατομμυρίων πριν από την κρίση (7,5 εκατομμύρια ψηφοφόροι στις εκλογές του 2004), μειώθηκε στα 6 εκατομμύρια τα χρόνια της κρίσης, προσγειώθηκε στην περιοχή των 5 εκατομμυρίων αμέσως μετά και βυθίστηκε στα 4 εκατομμύρια στις τελευταίες ευρωεκλογές. Και δεν φαίνεται να ανακάμπτει.

Δεδομένο τρίτο, το πιο πρόσφατο. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις του τελευταίου δεκαημέρου, η λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», το ανεξιχνίαστο εκείνο κομμάτι της κοινής γνώμης που όταν ερωτάται τι θα ψήφιζε αν είχαμε εκλογές την Κυριακή κρατάει την απάντησή του κρυφή, παρουσιάζει αύξηση σε επίπεδα που θυμίζει 2012.

Ενα 18%-22% της δυνητικής ψήφου καταγράφεται ως «αδιευκρίνιστο». Κι ένα επιπλέον 8%-10% απαντά ότι θα ψηφίσει κάτι «άλλο». Δηλαδή ένας στους τρεις που δέχονται να απαντήσουν στις ερωτήσεις μιας δημοσκόπησης βγάζει τον εαυτό του, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, «εκτός».

Δεν συμβαίνει μόνον στην Ελλάδα. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης στη δημοκρατία και η έφοδος της «αντισυστημικότητας», με όλες της τις αποχρώσεις, φαίνεται πως είναι η κοινή μας μοίρα.  Ενα ανάλογο κύμα σαρώνει τον κόσμο που είχαμε συνηθίσει να αποκαλούμε Δύση. Διαφέρουμε, ίσως, ως προς την ένταση του φαινομένου – εμείς το ζούμε εντονότερα.

Δεν διαφέρουμε ως προς τις αιτίες του. Οι θεσμοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν θα κινδύνευαν τόσο από την έφοδο των αντισυστημικών, αν προηγουμένως εκείνοι που ήταν ταγμένοι να τους υπηρετούν δεν είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να τους αδειάζουν από περιεχόμενο, από αξιοπιστία.

Στην Αμερική είναι πιο φανερό: οι νέες ελίτ που αναδύονται στον ψηφιακό κόσμο, που νιώθουν το κοινωνικό συμβόλαιο και τους δημοκρατικούς θεσμούς δεσμά ανυπόφορα από τα οποία πρέπει να απαλλαγούν και που υποδύονται (ή στηρίζουν) τους αντισυστημικούς για να το καταφέρουν, δεν θα έβρισκαν δρόμο ανοιχτό, αν οι παλιές ελίτ δεν υπολείπονταν της ευθύνης τους. Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι τέτοιο ισχύει και για εμάς.

Και αναρωτιέται κανείς. Τι συνδαυλίζει περισσότερο τη δυσπιστία απέναντι στην πολιτική και τη δημοκρατία; Το ίδιο το δυστύχημα στα Τρίκαλα και η αίσθηση πως ο καθένας μας είναι μόνος και απροστάτευτος, που μοιραία μεταδίδει;

Ή ο προσβλητικός, πολιτικάντικος καβγάς που στήνεται στα αποκαΐδια της τραγωδίας; Πιστεύω, το δεύτερο. Και φοβάμαι πως κυνηγώντας «τυμβωρύχους», το πολιτικό σύστημα σκάβει τον λάκκο του.

Читайте на сайте