Εξυπνες λέξεις, αλλά όχι άνθρωποι
Φαίνεται πως χωρίς να έχουν συνεννοηθεί μεταξύ τους οι πολιτικοί, στο σύνολό τους – πώς άλλωστε θα ήταν δυνατόν; – έχουν αποφασίσει ώστε κάθε εβδομάδα ν’ αποτελεί μια δοκιμασία – και μάλιστα δεινή – ηθικής κυρίως τάξεως για τους πολίτες, με τους ίδιους μάλλον να επιχαίρουν, αφού οι αντεγκλήσεις τους, όσο αβυσσαλέες κι αν είναι – που δεν είναι – μια χαρά συντηρούν το «ματσάκι» ανάμεσά τους. Η ρήση ενός σπουδαίου πολιτικού που «έχει φύγει» εδώ και πολλά χρόνια – ας τον αφήσουμε στην ησυχία του παραλείποντας το όνομά του – «παίξε με μαρξιστή να σε παίξω ακροδεξιό», φαίνεται να γνωρίζει στον καιρό μας στάδιον δόξης λαμπρό. Διαφορετικά γιατί θα αγνοούσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία που τους δόθηκε – ο Θεός να μας συγχωρήσει να χαρακτηρίζουμε ως «ευκαιρία» ένα αυτόχρημα τραγικό περιστατικό – την περασμένη εβδομάδα με το ατύχημα των Τρικάλων ώστε να υπάρξει η πολυπόθητη, όπως τουλάχιστον διατείνονται, ανάμεσά τους σύγκλιση, λέγοντάς μας πως για ένα δεκαήμερο τουλάχιστον, λόγω του βάρους, με αυτόν τον τρόπο μάλιστα, της απώλειας των πέντε γυναικών ότι δεν θα εκφραστεί απ’ όλους τους παρά μόνον οδύνη και σεβασμός, και δεν θα καταφύγουν στην ντροπιαστική, για τους ίδιους πρωτίστως και απεχθή, για όλους τους άλλους εμάς, στάση, να υπολογίζουν στη διάρκεια ποιας διακυβέρνησης (Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ ή ΣΥΡΙΖΑ) υπήρξαν τα περισσότερα εργατικά ατυχήματα.
Αφάνταστα μικρότερης σημασίας ή μάλλον καμιά σχέση δεν φαίνεται να συνδέει τα δύο γεγονότα (αυτό που ήδη σημειώσαμε και αυτό που θα καταγράψουμε παρακάτω), δεν παύει όμως η κακομεταχείριση των λέξεων να παραμένει μια βασική αιτία ακόμη και για τις μεγαλύτερες συμφορές. Αφού αν οι λέξεις παρέμεναν σεβαστές ως προς αυτό που εκφράζουν, ουδείς θα διανοούνταν να μιλάει για την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής, σε σχέση με τους πολιτικούς πάντα, και ταυτόχρονα, το σύνολό τους σχεδόν, είτε πρόκειται για δυστυχήματα είτε για πολέμους να μπορούν να συνεννοηθούν θαυμάσια μεταξύ τους, έχοντας ανερυθρίαστα και απάνθρωπα, αντικαταστήσει την έννοια της «ιερότητας» μ’ έναν αυξομειούμενο, μάλιστα, «αριθμό», που θα επαρκούσε ενδεχομένως αν επρόκειτο να δώσει ή να περιγράψει ένα μέγεθος πραγμάτων και όχι βέβαια τις διαστάσεις καθεαυτό τραγικών περιστατικών.
Στο δεύτερο θέμα μας λοιπόν. Ακούσαμε τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ να υπογραμμίζει πως αν κάτι φταίει για τη σταθεροποίηση του κόμματος σε χαμηλά δημοσκοπικά προγνωστικά, είναι κυρίως η «αυτοαναφορικότητα» και η «εσωστρέφεια» που το διακρίνουν. Αν ακόμη και ο ευφυέστερος πολιτικός θα μπορούσε να αντιληφθεί τι συμβαίνει με τις λέξεις, θα αρκούσε να σημειώσουμε πως τα χαμηλά δημοσκοπικά προγνωστικά ενδεχομένως να οφείλονται πως δεν γίνεται τόσο υψηλής νοηματικής, πνευματικής και ηθικής τάξεως λέξεις όπως «αυτοαναφορικότητα» και «εσωστρέφεια» (αυτή ιδιαίτερα) μ’ ένα τόσο ουσιαστικά μεστό στη λογοτεχνία αλλά και στην καθημερινή ζωή, παρελθόν, να τις χρησιμοποιείς μ’ ένα αρνητικό πρόσημο, σαν να πρόκειται για λέξεις που όποιος τις έχει ευλαβηθεί, έχει σίγουρα ζημιωθεί. Οι λέξεις εκδικούνται έστω κι αν όσοι υφίστανται την εκδίκησή τους δεν το καταλαβαίνουν σχεδόν ποτέ. Οταν βαφτίζεις ως «αυτοαναφορικότητα» και «εσωστρέφεια» την ομολογημένη αντιπαλότητα – για να μη χρησιμοποιήσουμε έναν βαρύτερο όρο – ανάμεσα στα όσα άτομα διατηρούν αρχηγικές φιλοδοξίες μέσα στο συγκεκριμένο κόμμα, αυτό δεν σημαίνει μια κάθε άλλο παρά ασύνειδη πρόθεση να εξαπατήσεις;