Οδύσσεια: Ένας νέος πόλεμος για την ωραία Ελένη
«Είναι δυνατόν να υποδύεται την Ωραία Ελένη μια μαύρη ηθοποιός;». Το νέο ερώτημα που διχάζει το Διαδίκτυο μπορεί τυπικά να είναι «φρέσκο», καθώς διατυπώθηκε τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τη νέα πολυαναμενόμενη κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» με την υπογραφή του οσκαρικού Κρίστοφερ Νόλαν. Στην ουσία του, ωστόσο, δεν αποτελεί παρά την επανάληψη του ίδιου έργου, η οποία πυροδοτείται κάθε φορά κι από μια διαφορετική αφορμή.
Ολα ξεκίνησαν όταν διέρρευσε η πληροφορία ότι η βραβευμένη με Οσκαρ Λουπίτα Νιόνγκο έχει υποδυθεί την Ωραία Ελένη στην ταινία που έχει προϋπολογισμό 250 εκατ. δολαρίων και αναμένεται να κάνει πρεμιέρα στις 17 Ιουλίου 2026. Και πως βρέθηκε στα ίδια πλατό μαζί με τον Ματ Ντέιμον που υποδύεται τον Οδυσσέα, την Αν Χάθαγουεϊ, η οποία κρατά τον ρόλο της Πηνελόπης, και τον Τομ Χόλαντ που εμφανίζεται ως Τηλέμαχος.
Βολές εναντίον του σκηνοθέτη
Σε λίγες ώρες το Χ «πήρε φωτιά». Οι χρήστες υποστήριζαν πως η Ελένη ήταν λευκή και ξανθιά και πως μια τέτοια επιλογή αποτελεί προσβολή προς τον Ομηρο. Και όσο οι υποστηρικτές του ποιητή πολλαπλασίαζαν τις βολές τους έναντι του σκηνοθέτη και των επιλογών του, η ανάρτηση του ιδιοκτήτη της πλατφόρμας Ιλον Μασκ – «Ο Κρις Νόλαν έχει χάσει την ακεραιότητά του» – υπήρξε αρκετή ώστε μια επιλογή ηθοποιού να εξελιχθεί σε οξεία πολιτισμική σύγκρουση.
Στο ένα στρατόπεδο, εκείνοι που θεωρούν ότι ο Ομηρος μπορεί να μη δίνει ακριβή περιγραφή της Ελένης, ώστε να μην περιορίσει τη φαντασία των ακροατών του έπους να την πλάσουν με βάση τα δικά τους πρότυπα ομορφιάς, ωστόσο το ένα από τα τέσσερα επίθετα που χρησιμοποιεί όταν αναφέρεται σε αυτή (καλλίκομος, καλλιπάρηος, λευκώλενος και τανύπεπλος, δηλαδή με ωραία μαλλιά και πρόσωπο, λευκά χέρια και καλοντυμένη) δεν αφήνει περιθώρια για τη φυλετική της καταγωγή.
Στον αντίποδα, εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η Ελένη είναι ένα μυθικό πρόσωπο και από τη στιγμή που δεν υπάρχει ιστορική απόδειξη για την ύπαρξή της, δεν μπορεί να υπάρχουν και περιορισμοί στην εμφάνισή της.
Υπάρχουν δύο λεπτομέρειες που, αν και πέρασαν στα «ψιλά», ωστόσο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Η πρώτη είναι ότι η μάχη μαίνεται χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως ότι η συγκεκριμένη ηθοποιός ερμηνεύει τον επίμαχο ρόλο, ενώ υπάρχει και μια δεύτερη διαρροή που τη θέλει να υποδύεται την Κλυταιμνήστρα, ενδεχόμενο που δεν έχει προβληματίσει, όπως φαίνεται, τους υποψήφιους θεατές. Να σημειώσουμε, δε, ότι πριν από έναν χρόνο είχαν κυκλοφορήσει φήμες που ήθελαν την πολυβραβευμένη κενυάτισσα ηθοποιό να εμφανίζεται ως θεά Αθηνά στην ίδια ταινία, οι οποίες επίσης δεν επιβεβαιώθηκαν.
«Επικές» μάχες
Κι αν η «Οδύσσεια» εκ φύσεως δικαιολογείται να προκαλεί «επικές» μάχες, ανάλογες αντιπαραθέσεις συμβαίνουν κάθε φορά που ένας μαύρος ηθοποιός καλείται να υποδυθεί έναν ήρωα που, είτε παραδοσιακά, είτε επειδή έτσι τον περιγράφει ο συγγραφέας – δημιουργός του, είτε επειδή υπήρξε ιστορικό πρόσωπο και γνωρίζουμε την εικόνα του, θα αναμενόταν να είναι λευκός.
Μία από τις πρόσφατες περιπτώσεις αφορούσε την Κλεοπάτρα. Στη σειρά του Netflix «Βασίλισσα Κλεοπάτρα» (2023) τον επώνυμο ρόλο υποδυόταν η κατά το ήμισυ Τζαμαϊκανή Αντέλ Τζέιμς, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. H σειρά κατέγραψε ιστορικό χαμηλό αποδοχής κοινού (3%) για την πλατφόρμα, ενώ η αιγυπτιακή κυβέρνηση καταδίκασε ανοιχτά το ντοκιμαντέρ, κάνοντας λόγο για παραποίηση της αιγυπτιακής ιστορίας.
Η Ράκι Αγιόλα με καταγωγή από τη Σιέρα Λεόνε και τη Νιγηρία επιλέχθηκε για να υποδυθεί την Περσεφόνη στη σειρά «KAOS» (2024), που δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία στο Netflix, εξού και δεν υπήρξε δεύτερος κύκλος.
Το 2018 ο μαύρος ηθοποιός Ντέιβιντ Γκιάσι υποδύθηκε τον Αχιλλέα στη σειρά του BBC «Τροία: η πτώση μιας πόλης», ενώ στον ρόλο του Δία εμφανιζόταν ο νιγηριανής καταγωγής Χακίμ Κάε-Καζίμ. Και οι δύο επιλογές προκάλεσαν αντιδράσεις.
Ιστορικά πρόσωπα και ηρωίδες παραμυθιών
Και μπορεί οι σκηνοθέτες να επιχειρούν να πειραματιστούν σχετικά με το πώς θα απεικονίσουν ορισμένους θεούς και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας. Διαφορετικά από όσα μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές, όμως, έχουν παρουσιαστεί και ιστορικά πρόσωπα, όπως η Αννα Μπολέιν, η οποία στην τηλεοπτική σειρά του Channel 5 (2021) εμφανίστηκε ως μαύρη καθώς την ερμήνευσε η τζαμαϊκανής καταγωγής ηθοποιός Τζόνι Τέρνερ Σμιθ. Επίσης ηρωίδες παραμυθιών, το όνομα των οποίων δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης της εικόνας τους, όπως είναι η Χιονάτη, μέχρι που ο Μαρκ Γουέμπ (2025) επέλεξε την κατά το ήμισυ Νιγηριανή Ρέιτσελ Αν Ζέγκλερ για να υποδυθεί τη γνωστή ηρωίδα του παραμυθιού, της οποίας η μαμά ευχήθηκε να γεννηθεί «λευκή σαν το χιόνι», σύμφωνα με τους αδελφούς Γκριμ που πρωτοδημοσίευσαν τη γερμανική ιστορία.
«Η λογοκρισία είναι κόκκινη γραμμή»
Του Νικορέστη Χανιωτάκη
Τον πρώτο λόγο στη διανομή μιας ταινίας, μιας παράστασης ή οποιουδήποτε έργου τέχνης τον έχει ο σκηνοθέτης. Εκείνος φέρει την ευθύνη να επιλέξει το καστ που θεωρεί ιδανικό για να εκφράσει το όραμά του. Η λογοκρισία σε αυτό το σημείο, για μένα, αποτελεί κόκκινη γραμμή. Πρόκειται για μια ταινία που ακόμη δεν έχουμε δει. Ο Νόλαν την έχει φανταστεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο και δεν έχουμε το δικαίωμα να την κρίνουμε πριν την παρακολουθήσουμε.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι σε ένα έργο τέχνης μιλάμε για μυθοπλασία. Δεν γνωρίζουμε πώς ήταν οι πραγματικοί χαρακτήρες, από τη στιγμή που αναφερόμαστε στη μυθολογία. Το έργο του Νόλαν δεν τιτλοφορείται «Ομήρου Οδύσσεια», αλλά «Οδύσσεια» – μια λέξη που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας για να περιγράψουμε μια περιπέτεια οποιουδήποτε είδους. Η έννοια αυτή έχει αποκτήσει άλλες διαστάσεις στη ζωή μας και κάνουμε τις δικές μας αναγωγές, είτε καλλιτεχνικές είτε κοινωνικές. Τέλος, σε ένα έργο – θεατρικό ή κινηματογραφικό – μπορούμε να μη συνυπολογίσουμε χαρακτηριστικά όπως η ηλικία ή το φύλο και να προχωρήσουμε σε μια διανομή που εκφράζει το όραμα της ιστορίας που θέλουμε να αφηγηθούμε. Σημασία έχει ο ηθοποιός να είναι καλός σε αυτό που κάνει και να βρίσκεται κοντά σε αυτό που έχει σχεδιάσει ο σκηνοθέτης.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης είναι σκηνοθέτης
«Δηλαδή η Ελένη θα έπρεπε να μιλάει ελληνικά;»
του Γιάννη Νταλιανή
Δεν μπορούμε να εκφέρουμε άποψη για μια ταινία που δεν έχουμε δει, επομένως δεν γνωρίζουμε ούτε το σκεπτικό ούτε τις προθέσεις του δημιουργού. Κάθε έργο κρίνεται εκ του αποτελέσματος και από τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του. Αν ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει όντως αποφασίσει να αναθέσει τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στη Λουπίτα Νιόνγκο, αποτελεί μια σύλληψη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θέτει το ερώτημα τι σημαίνει «ομορφιά» και πώς μπορεί να επαναπροσδιοριστεί ένα πρότυπο που, ιστορικά και μυθολογικά, θεωρούνταν δεδομένο.
Τι επιδιώκει, άραγε, προτείνοντας ένα διαφορετικό είδος ομορφιάς από εκείνο που έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε; Πρόκειται για μια ταινία που δημιουργείται σήμερα, για το σήμερα, με αφορμή τον Ομηρο. Δεν είναι υποχρεωμένη να στηριχθεί αποκλειστικά σε περιγραφές ή στις προσωπικές μας εικόνες από την ανάγνωση της «Ιλιάδας» ή της «Οδύσσειας». Αλλωστε, ο καθένας αντιλαμβάνεται και φαντάζεται την «τέλεια ομορφιά» με διαφορετικό τρόπο, δεν υπάρχει μία και μοναδική εικόνα.
Αν μιλήσουμε, λοιπόν, για πιστότητα, θα πρέπει να είμαστε συνεπείς σε όλα τα επίπεδα. Για παράδειγμα, η Ελένη στην ταινία δεν μιλάει ελληνικά αλλά αγγλικά, κάτι που από μόνο του αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μια κυριολεκτική ή ιστορικά ακριβή αναπαράσταση, αλλά για μια σύγχρονη καλλιτεχνική ανάγνωση ενός μυθολογικού υλικού. Η τέχνη δεν αναπαράγει, απλώς ερμηνεύει, μετασχηματίζει και συνομιλεί με την εποχή της.
Ο Γιάννης Νταλιάνης είναι ηθοποιός
«Η μυθοπλασία δεν μας ανήκει»
του Φοίβου Μπότση
Τι είναι αυτό που πραγματικά μας τρομάζει ή μας θυμώνει στην ιδέα μιας «μαύρης Αθηνάς» ή μιας «μαύρης Ωραίας Ελένης»; Η έλλειψη ιστορικής ακρίβειας (λες και τίθεται τέτοιο ζήτημα στην κινηματογραφική μεταφορά ενός προϊόντος μυθοπλασίας); Ή το γεγονός ότι καλούμαστε να αναμετρηθούμε με τη δική μας, «λευκή» θέαση του κόσμου και τις προβολές που εν γνώσει ή ερήμην μας κάνουμε πάνω σε ένα έργο τέχνης;
Στην Οδύσσεια η ίδια η έννοια της ταυτότητας είναι ρευστή: θεοί και θνητοί μεταμορφώνονται αδιάκοπα, εξωτερικά και εσωτερικά. Η Αθηνά, για παράδειγμα, όταν δεν εμφανίζεται ως «από μηχανής θεός», ενανθρωπίζεται παίρνοντας τη μορφή άνδρα, γυναίκας, ακόμα και πτηνού, για να προωθήσει τη δράση. Δεν είναι «χαρακτήρας» με ρεαλιστική ψυχολογία. Είναι ιδέα, αρχή και κινητήριος δύναμη, ενσάρκωση της στρατηγικής σκέψης και της θείας οικονομίας. Το ίδιο ισχύει και για την Ωραία Ελένη, ως σύμβολο του κάλλους και της (καταστροφικής) ερωτικής επιθυμίας. Μόνο που εδώ το στερεότυπο είναι ακόμα πιο ισχυρό, γιατί στη δυτική εικονογραφική παράδοση το ωραίο θεωρείται, σχεδόν αυτονόητα, λευκό.
Ισως η συζήτηση που άνοιξε μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι η μυθοπλασία – ιδίως η μεγάλη – δεν μας ανήκει (έτσι δεν έλεγε κι ο καταπληκτικός «Ταχυδρόμος» του Μάσιμο Τρόιζι; «Η ποίηση ανήκει σε εκείνους που την έχουν ανάγκη»). Η μαγεία των ομηρικών επών συνίσταται ακριβώς στην οικουμενικότητά τους. Το να εξανίσταται κανείς γιατί τάχα η απεικόνιση των ηρώων τους στην ταινία του Νόλαν δεν είναι ακριβής με όρους φυλετικής αναπαράστασης λέει περισσότερα για το πόσο στενά έχουμε μάθει να φανταζόμαστε τα ομηρικά έπη, παρά για τον «ανιστόρητο» ή «woke» Νόλαν.
Ο Φοίβος Μπότσης είναι νομικός, συγγραφέας, ειδικός σε θέματα πολιτικής του πολιτισμού