World News in Greek

Νέα έρευνα: Αυτές είναι οι απόβλεπτες συνέπειες από τη χρήση φαρμάκων για απώλεια βάρους

Ta Nea 

Ειδικοί από το University College London (UCL) και το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ προειδοποιούν ότι πολλοί άνθρωποι που λαμβάνουν τα νέα φάρμακα για απώλεια βάρους δεν λαμβάνουν επαρκή διατροφική καθοδήγηση, ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής και μακροπρόθεσμη απώλεια κιλών. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι χρήστες κινδυνεύουν από ελλείψεις σε βιταμίνες και μέταλλα, καθώς και από απώλεια μυϊκής μάζας.

Οι ανησυχίες αυτές προέρχονται από νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Obesity Reviews. Η μελέτη, υπό την καθοδήγηση της Δρ. Marie Spreckley του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, διαπίστωσε ότι υπάρχουν περιορισμένα ποιοτικά δεδομένα σχετικά με το πώς η διατροφική καθοδήγηση επηρεάζει τη θερμιδική πρόσληψη, τη σύνθεση σώματος, την πρόσληψη πρωτεΐνης και την εμπειρία των ασθενών που χρησιμοποιούν αυτά τα φάρμακα.

Πώς λειτουργούν τα φάρμακα GLP-1

Τα φάρμακα όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, που κυκλοφορούν με εμπορικές ονομασίες όπως Ozempic, Wegovy και Mounjaro, μιμούνται τη δράση της γλυκαγονόμορφης πεπτιδικής ορμόνης τύπου 1 (GLP-1), η οποία εκκρίνεται μετά το φαγητό. Οι ουσίες αυτές μειώνουν την όρεξη, ενισχύουν το αίσθημα κορεσμού και περιορίζουν τις λιγούρες.

Λόγω αυτών των επιδράσεων, η πρόσληψη θερμίδων μπορεί να μειωθεί κατά 16-39%, γεγονός που καθιστά τα φάρμακα ιδιαίτερα αποτελεσματικά για άτομα με παχυσαρκία. Ωστόσο, οι ερευνητές σημειώνουν ότι υπάρχουν ελάχιστα δεδομένα σχετικά με την επίδρασή τους στην ποιότητα της διατροφής ή την πρόσληψη πρωτεΐνης και μικροθρεπτικών συστατικών. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, έως και το 40% του συνολικού βάρους που χάνεται μπορεί να αφορά άλιπη μάζα, όπως μυϊκό ιστό.

Κίνδυνοι χωρίς διατροφική υποστήριξη

Ο Δρ. Adrian Brown, ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας Παχυσαρκίας του UCL και κύριος συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι τα φάρμακα αυτά αλλάζουν τις διατροφικές συνήθειες. Όπως αναφέρει, “χωρίς την κατάλληλη διατροφική καθοδήγηση και υποστήριξη από επαγγελματίες υγείας, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η μειωμένη πρόσληψη τροφής να οδηγήσει σε ελλιπή πρόσληψη πρωτεΐνης, φυτικών ινών, βιταμινών και μετάλλων, απαραίτητων για τη διατήρηση της υγείας”.

Διαφορές μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής χρήσης

Οι οδηγίες του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Φροντίδας (NICE) στο Ηνωμένο Βασίλειο συνιστούν τη χρήση σεμαγλουτίδης μόνο για άτομα με δείκτη μάζας σώματος (BMI) άνω του 35 και συνυπάρχουσες παθήσεις, όπως διαβήτη τύπου 2 ή καρδιαγγειακά νοσήματα. Όταν συνταγογραφείται μέσω του NHS, το φάρμακο αποτελεί μέρος ενός ολοκληρωμένου προγράμματος που περιλαμβάνει δίαιτα μειωμένων θερμίδων και αυξημένη σωματική δραστηριότητα.

Στην πράξη όμως, περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1, με το 95% να τα προμηθεύεται ιδιωτικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διατροφική καθοδήγηση και η παρακολούθηση δεν παρέχονται πάντα.

Η αύξηση της χρήσης ξεπερνά τη διατροφική φροντίδα

Η Δρ. Spreckley, από τη Μονάδα Επιδημιολογίας του Ιατρικού Ερευνητικού Συμβουλίου (MRC) στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, επισημαίνει ότι η διατροφική φροντίδα δεν έχει συμβαδίσει με την ταχεία αύξηση της χρήσης αυτών των θεραπειών. Όπως αναφέρει, “αν η διατροφική υποστήριξη δεν ενσωματωθεί στη θεραπεία, υπάρχει κίνδυνος να αντικατασταθεί ένα σύνολο προβλημάτων υγείας με ένα άλλο, μέσω προλήψιμων διατροφικών ελλείψεων και απώλειας μυϊκής μάζας”.

Η χαμηλή πρόσληψη βασικών βιταμινών και μετάλλων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο κόπωσης, εξασθενημένου ανοσοποιητικού, τριχόπτωσης και οστεοπόρωσης. Η απώλεια μυϊκής μάζας σχετίζεται επίσης με αδυναμία, τραυματισμούς και πτώσεις.

Έλλειψη ερευνών και ανάγκη για πρακτική καθοδήγηση

Οι ερευνητές εντόπισαν μόλις 12 μελέτες που εξέτασαν τη διατροφή σε συνδυασμό με φάρμακα όπως η σεμαγλουτίδη ή η τιρζεπατίδη. Οι μελέτες διέφεραν σημαντικά ως προς τη μεθοδολογία και τα κριτήρια αξιολόγησης, καθιστώντας δύσκολη την εξαγωγή σαφών συμπερασμάτων για την καλύτερη υποστήριξη των ασθενών.

Καθώς η χρήση αυτών των φαρμάκων αυξάνεται, οι ειδικοί προτείνουν να αντληθούν διδάγματα από τη διατροφική φροντίδα που παρέχεται μετά από βαριατρική χειρουργική, καθώς οι επιδράσεις στη μείωση της όρεξης είναι παρόμοιες.

Μαθήματα από τη διατροφή μετά από βαριατρική επέμβαση

Η Δρ. Cara Ruggiero, επίσης από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, υπογραμμίζει ότι οι καθιερωμένες πρακτικές μετά από χειρουργικές επεμβάσεις απώλειας βάρους μπορούν να καλύψουν τα υπάρχοντα κενά. Όπως σημειώνει, είναι σημαντικό να δίνεται έμφαση σε τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά και σε υψηλής ποιότητας πρωτεΐνες, κατανεμημένες ισορροπημένα στα γεύματα, ώστε να διατηρείται η μυϊκή μάζα.

Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν τη σύσταση αυστηρών χαμηλών σε λιπαρά διαιτών, ωστόσο ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι οι χρήστες των φαρμάκων καταναλώνουν συχνά υψηλά επίπεδα κορεσμένων λιπαρών. Αυτό υποδηλώνει την ανάγκη για εξατομικευμένη καθοδήγηση βάσει εθνικών διατροφικών συστάσεων.

Η σημασία της εμπειρίας των ασθενών

Η ερευνητική ομάδα τονίζει ότι μελλοντικές μελέτες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις εμπειρίες των ίδιων των ασθενών. Για τον σκοπό αυτό, ξεκίνησε το έργο AMPLIFY (Amplifying Meaningful Perspectives and Lived experiences of Incretin therapy use From diverse community voices), που διερευνά πώς βιώνουν οι άνθρωποι τη χρήση αυτών των φαρμάκων στην καθημερινή ζωή.

Όπως αναφέρει η Δρ. Spreckley, “αυτά τα φάρμακα μεταμορφώνουν τη φροντίδα της παχυσαρκίας, αλλά γνωρίζουμε ελάχιστα για το πώς επηρεάζουν την καθημερινότητα, την όρεξη, τη διατροφή και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων”.

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Φροντίδας (NIHR), με πρόσθετη υποστήριξη από το Ιατρικό Ερευνητικό Συμβούλιο και το NIHR UCLH Biomedical Research Centre.

Читайте на сайте