World News in Greek

Μίλτος Γκολέμας: «Θέλω ο θεατής να νιώσει όπως εγώ τη στιγμή που ζωγράφιζα τα έργα μου»

Ta Nea 

Σα να φυσάει ένα δροσερό αεράκι αισθάνεσαι όταν κατεβαίνεις τα σκαλιά που οδηγούν στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. Λίγα μόνο δευτερόλεπτα μπροστά στα νέα έργα του Μίλτου Γκολέμα αρκούν για να ξεχάσεις την κίνηση της πλατείας Κολωνακίου που μόλις άφησες πίσω σου.

Πριν καν πλησιάσεις τα τελάρα, έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι ανάμεσα σε στάχυα που αφήνονται στην κίνηση του ανέμου και σε ηλιοτρόπια που κυνηγούν το φως του ήλιου. Όταν, όμως, σταθείς σε απόσταση αναπνοής από τους καμβάδες, το βλέμμα διχάζεται: ανάμεσα στον ήρεμο ορίζοντα που σχεδόν χάνεται μέσα στην ένταση των μωβ, μπλε, πράσινων και κίτρινων χρωμάτων και στην πλούσια πάστα που κάνει τη ζωγραφική να αγγίζει τα όρια του γλυπτού, με λεπτές κλωστές χρώματος να θυμίζουν υφαντό.

Συναντήσαμε τον Μίλτο Γκολέμα πλάι σε ένα «Άγγιγμα», απέναντι από ένα «Ρέον Πεδίο» και έναν «Χρόνο Αδιάφορο» —μερικούς μόνο από τους ποιητικούς και αινιγματικούς τίτλους των έργων του— και μιλήσαμε μαζί του για τη νέα του ζωγραφική περιπέτεια, που μας οδηγεί στο «Οροπέδιο», όπως τιτλοφορείται η έκθεσή του.

Η αρχική μου πρόθεση ήταν να αποδοθεί η αίσθηση του χωραφιού, της φύσης, ο παλμός της: πώς μπορεί κανείς να μεταφέρει αυτή την εμπειρία μέσα από τη ζωγραφική, όχι μόνο ως εικόνα, αλλά ως συνολικό βίωμα. Να υπάρχει ο ήχος, η μυρωδιά, η αφή, να νιώθεις το αεράκι να περνά. Η επιθυμία ήταν να αποκοπώ από το δισδιάστατο και να μπω μέσα στο ίδιο το έργο.

Η τεχνική είναι ιδιαίτερη, γιατί σχεδόν μοιάζει σαν να εγκαταλείπει τις δύο διαστάσεις και να περνά στην τρίτη. Το έργο αποκτά υπόσταση, δεν είναι πια επίπεδο· το αγγίζεις, έχει σώμα, βρίσκεται στα όρια του γλυπτού.

Κάποιες στιγμές αυτή η διαδικασία μοιάζει σαν να μπαίνεις μέσα σε ένα σύννεφο: απομονώνεσαι από τα γύρω και αφήνεσαι να σε πάρει το έργο. Αυτές τις στιγμές προσπαθώ να συλλάβω και να κρατήσω. Παρότι δεν ζωγραφίζω εκ του φυσικού –δουλεύω στο εργαστήριο– η αίσθηση είναι ότι ήμουν εκεί. Και αυτό γιατί οι τόποι είναι βιωμένοι. Έχω μεγαλώσει σε χωριό πάνω σε οροπέδιο, και πιστεύω πως αυτή η εμπειρία διαπερνά τα έργα.

Η αφετηρία είναι συνήθως μια φωτογραφία, αλλά στη συνέχεια το έργο εξελίσσεται. Όλα μπορεί να ξεκινούν από την ίδια εικόνα, όμως στην πορεία αλλάζουν, μεταμορφώνονται, δοκιμάζονται πολλές εκδοχές μέχρι να βρεθεί η ισορροπία, η αρμονία. Πίσω από κάθε τελικό έργο μπορεί να υπάρχουν δέκα αποτυχημένες ή ημιτελείς προσπάθειες.

Ο τίτλος της έκθεσης, «Οροπέδια», προέκυψε ακριβώς από αυτή την ανάγκη ακρίβειας. Είναι ένας όρος καθαρός, σχεδόν γεωγραφικός, που περιγράφει με σαφήνεια τον τόπο όπου διαδραματίζονται τα έργα, σαν μια σκηνή θεάτρου.

Οι επιμέρους τίτλοι των έργων είναι πιο ποιητικοί, πιο αινιγματικοί. Προέκυψαν μέσα από πολλή δουλειά, μέσα από την ποίηση –Ελύτης, Ρίτσος, Σεφέρης– μέσα από παραφράσεις και εικόνες που γεννήθηκαν από τον λόγο. Οι τίτλοι λειτουργούν σαν κλειδιά: αφού έχεις σταθεί ώρα μπροστά στο έργο, σε αναγκάζουν να επιστρέψεις, να το ξαναδείς, να αναρωτηθείς τι είναι αυτό που σου διαφεύγει.

Σχεδόν σε όλα τα έργα συνυπάρχουν δύο κόσμοι. Ο μπροστινός, γεμάτος ένταση, κίνηση, ζωή – τα στάχυα, τα ίχνη, ο αέρας, ο παλμός της φύσης. Και πίσω, στο βάθος, πάνω από τον ορίζοντα, ένας άλλος κόσμος: ήρεμος, γαλήνιος, τα βουνά και οι λόφοι που περικλείουν και ταυτόχρονα προστατεύουν τον χώρο. Ο ορίζοντας λειτουργεί ως βασικός άξονας της σύνθεσης. Πάνω του εδράζεται η ηρεμία, κάτω του ξεδιπλώνεται όλη η ένταση της ζωής.

Η ανθρώπινη παρουσία απουσιάζει σχεδόν εντελώς. Η πρόθεση ήταν να εστιάσω στην ελληνική τοπιογραφία, σε σύγχρονα, απολύτως προσωπικά τοπία. Η παρουσία ανθρώπου θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε αφήγηση, θα καθοδηγούσε τον θεατή. Εδώ ήθελα ο θεατής να αφεθεί στο τοπίο, να παρασυρθεί από αυτό, χωρίς μεσολαβήσεις. Αυτή η απουσία μου επιτρέπει και μεγαλύτερη ελευθερία στην ίδια τη ζωγραφική.

Σε σχέση με τα ηλιοτρόπια, υπάρχει μια θεματική συγγένεια, καθώς προέρχονται από τον ίδιο τόπο, όμως κυρίως πρόκειται για τεχνική εξέλιξη. Ο στόχος ήταν η κατάκτηση μιας πιο ελεύθερης, πιο ανεικονικής απόδοσης μέσα από την παράσταση. Νιώθω ότι αυτή η διαδρομή αντανακλά και μια εσωτερική μετατόπιση: από πιο σκοτεινά, δομημένα θέματα σε κάτι φωτεινότερο, πιο ανοιχτό. Δεν σημαίνει τέλος ή στασιμότητα. Η δουλειά συνεχίζεται, εξελίσσεται σαν ζωντανός οργανισμός.

Κάθε έργο ξεκινά με μια αίσθηση του τι θέλω να κάνω, αλλά η πορεία είναι ελεύθερη. Κάποια έργα χρειάζονται χρόνια, άλλα φτάνουν σε αδιέξοδο και ξαναρχίζουν από την αρχή. Το ένστικτο είναι αυτό που μου λέει πότε ένα έργο ολοκληρώθηκε. Και το ίδιο ένστικτο με οδηγεί και παρακάτω.

Οι αναφορές μου είναι πολλές: οι ιμπρεσιονιστές, ο Παπαλουκάς, αλλά και η μουσική, κυρίως συμφωνική, που με συνοδεύει στο εργαστήριο. Θα ήθελα τα έργα να λειτουργούν σαν μια συμφωνία. Ό,τι αγαπώ, ό,τι με έχει διαμορφώσει, περνά μέσα στη δουλειά, χωρίς να είναι ποτέ συνειδητή μίμηση.

Αυτό που θα ήθελα να πάρει ο θεατής φεύγοντας από την έκθεση είναι ένα θετικό, γεμάτο συναίσθημα. Να φύγει ευχαριστημένος, να έχει δεχτεί κάτι από αυτό που ένιωθα κι εγώ τη στιγμή της δημιουργίας. Αν συμβεί αυτό, τότε το έργο έχει πετύχει τον σκοπό του.

INFO

H έκθεση ζωγραφικής του Μίλτου Γκολέμα «Οροπέδια» στην γκαλερί Ζουμπουλάκη (πλατεία Κολωνακίου 20) έως τις 21 Φεβρουαρίου. Η έκθεση συνοδεύεται από κατάλογο με κείμενα του ιστορικού τέχνης Χριστόφορου Μαρίνου και της μεταφράστριας και ποιήτριας Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη

Читайте на сайте