Λάουρα Λο Κάστρο: «Χρειάζεται να σπάσει ο φόβος για τις μεταναστευτικές ροές»
Με 35 χρόνια εμπειρία στον ανθρωπιστικό τομέα, εκ των οποίων τα περισσότερα στο πεδίο, σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας, η Λάουρα Λο Κάστρο είναι από τον περασμένο Δεκέμβριο η νέα αντιπρόσωπος του ύπατου αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) στην Ελλάδα. Στην πρώτη της συνέντευξη σε ελληνικό μέσο, μιλάει στα «ΝΕΑ» για τις προκλήσεις που έχει μπροστά της αλλά και την ανάγκη δημιουργίας νόμιμων οδών μετανάστευσης.
Βρίσκεστε στην Ελλάδα τους τελευταίους δύο μήνες. Ποια είναι η εικόνα που έχετε αποκομίσει μετά τις επισκέψεις σας σε δομές φιλοξενίας σε νησιά και Εβρο;
Επισκέφθηκα τη Μαλακάσα, τη Ριτσώνα και μετά πήγα στη Λέσβο, την Κρήτη και μόλις την περασμένη εβδομάδα στον Εβρο. Κάθε τοποθεσία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά κι ένα διαφορετικό εύρος αναγκών. Είναι εμφανής, άλλωστε, η πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Για παράδειγμα, όταν πήγα στη Λέσβο, είχα στο μυαλό μου εικόνες από δομές υποδοχής που απείχαν πολύ από το να θεωρηθούν επαρκείς, ενώ αυτό που υπάρχει σήμερα είναι σχετικά ικανοποιητικό. Η πραγματικότητα στον Εβρο είναι σίγουρα διαφορετική από αυτή που είδα στη Λέσβο. Ακόμη και η δομή στο Φυλάκιο που επισκέφθηκα δεν είναι ίδια με εκείνη στη Ριτσώνα ή τη Μαλακάσα. Κάθε κατάσταση είναι διαφορετική. Υπάρχουν μέρη όπου οι συνθήκες υποδοχής είναι καλύτερες και άλλα όπου δεν είναι κατάλληλες για παραμονή πέραν μιας εβδομάδας ή δέκα ημερών. Η τοπική κοινωνία, οι τοπικές Αρχές και οι ΜΚΟ εργάζονται με πάθος και επαγγελματισμό. Ηταν εμφανές πώς συμπλήρωναν το έργο της κυβέρνησης. Υπάρχει υποστήριξη σε θέματα ψυχικής υγείας, νομική βοήθεια και συμβουλευτική. Στο πεδίο είδα φορείς να συνεργάζονται αρμονικά. Οπως και συναδέλφους μας, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται στην ίδια θέση εδώ και δέκα ή περισσότερα χρόνια.
Ποιες προκλήσεις πιστεύετε ότι θα αντιμετωπίσετε στην Ελλάδα;
Εχω μία προσωπική πρόκληση: να μπορώ να διαχειρίζομαι τις ειδήσεις για ανθρώπους που χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα. Θυμάμαι όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στην Αφρική, στη Ρουάντα, μπροστά από το σπίτι μου έβλεπα καθημερινά ηλικιωμένες γυναίκες και παιδιά να κουβαλούν ξύλα ή νερό. Είχα πει τότε στον εαυτό μου: «Τη στιγμή που θα συνηθίσεις αυτή τη δυστυχία, που δεν θα τη βλέπεις πια, τότε δεν θα αξίζει να είσαι εδώ». Αυτό ισχύει μέχρι σήμερα. Δεν μπορείς να συνηθίσεις τον πόνο ή την είδηση ότι χάθηκε άλλη μία ζωή, ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά και γυναίκες. Πρόκειται για θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.
Παρατήρησα ότι στην Ελλάδα – όπως και σε άλλες χώρες, και στην Ιταλία απ’ όπου κατάγομαι – υπάρχει ανησυχία για τις μεταναστευτικές ροές. Οι άνθρωποι φοβούνται, συχνά επειδή δεν έχουν πλήρη εικόνα της κατάστασης. Κι όμως, ο ελληνικός λαός έχει αποδείξει πολλές φορές ότι είναι αλληλέγγυος. Αυτό που χρειάζεται είναι να περάσουν τα σωστά μηνύματα, να σπάσει ο φόβος.
Τέλος, μια πολύ σοβαρή πρόκληση για εμάς είναι η χρηματοδοτική κρίση. Οπως πολλές ανθρωπιστικές και αναπτυξιακές οργανώσεις, αντιμετωπίζουμε τεράστιες περικοπές. Και παρότι είχαμε ξεκινήσει δράσεις για την ένταξη, την απασχολησιμότητα προσφύγων και αιτούντων άσυλο – σε πλήρη συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση – αναγκαστήκαμε να τις περιορίσουμε. Ελπίζω να καταφέρουμε με νέους πόρους να τις συνεχίσουμε.
Το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στη Χίο αποδεικνύει ότι η ανάγκη των ανθρώπων να ξεφύγουν από δύσκολες καταστάσεις είναι διαρκής…
Οι ροές θα συνεχιστούν όσο υπάρχουν πόλεμοι και φτώχεια. Υπάρχουν χώρες που μπορεί να μη βρίσκονται σε ανοιχτό πόλεμο, όπως το Αφγανιστάν, αλλά οι συνθήκες διαβίωσης είναι εξαιρετικά δύσκολες και από πλευράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επομένως, χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, που βρίσκονται στα ευρωπαϊκά σύνορα, θα συνεχίσουν να βλέπουν αφίξεις. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αναζητούν ασφάλεια, αξιοπρέπεια και μέλλον, όταν στη χώρα τους αυτό είναι αδύνατο.
Το περιστατικό στη Χίο ήταν τραγικό – ιδιαίτερα λόγω του αριθμού των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους. Οι επιζώντες νοσηλεύτηκαν, αρκετοί σε κρίσιμη κατάσταση, υπήρξαν οικογένειες που ξεκληρίστηκαν. Γνωρίζουμε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα και είναι σημαντικό να υπάρξει διαφάνεια και σαφήνεια για το τι συνέβη, ώστε να αποτραπούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον.
Η λύση είναι σύνθετη αλλά σαφής: δημιουργία νόμιμων και ασφαλών οδών μετανάστευσης, παροχή ασύλου σε όσους το δικαιούνται και αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών των μετακινήσεων. Δεν μπορούμε να εστιάζουμε μόνο στο τελευταίο κομμάτι του ταξιδιού. Πρέπει να δούμε τη διαδρομή από την αρχή της.
Πιστεύετε ότι η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής στην Ελλάδα θα φέρει αποτελέσματα;
Με βάση την εμπειρία μου όλα αυτά τα χρόνια, δυστυχώς δεν πιστεύω ότι η αποτροπή από μόνη της θα λύσει το ζήτημα. Την ώρα που, για παράδειγμα, η Ιταλία ή η Ελλάδα αυξάνουν τις περιπολίες στα σκάφη, με τη συνεργασία και της Frontex, οι μεταναστευτικές διαδρομές αλλάζουν, μετακινούνται προς μέρη που είναι λιγότερο ελεγχόμενα. Οταν οι άνθρωποι είναι απελπισμένοι και φτάνουν με βάρκα, σημαίνει ότι γνωρίζουν με ακρίβεια τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν. Το ζήτημα είναι ότι χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη απάντηση, που μπορεί φυσικά να περιλαμβάνει περιπολίες στα σύνορα, αλλά ταυτόχρονα θα ανοίξει νόμιμους μεταναστευτικούς δρόμους.
Ταυτόχρονα, αν ανοίγαμε περισσότερες οδούς για οικογενειακή επανένωση, πιθανότατα θα μειωνόταν σημαντικά ο αριθμός αφίξεων μέσω παράτυπων, επικίνδυνων διαδρομών. Δυστυχώς, προσώρας, αυτό δεν εξετάζεται καν από τις ευρωπαϊκές χώρες.
Εχετε βρεθεί σε χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Ευρώπης. Πώς είναι να βρίσκεστε στο πεδίο;
Είναι πάθος, εθισμός. Μπορείς να μιλήσεις με τους ανθρώπους, να μάθεις για τον αγώνα, την ιστορία τους και να δεις τα αποτελέσματα των δράσεών σου. Για μένα η οργάνωση μιας επιχείρησης επαναπατρισμού είναι η πιο συγκινητική και ανταποδοτική δραστηριότητα, να βλέπεις τους ανθρώπους να επιστρέφουν στο σπίτι και να ενώνονται με την οικογένειά τους, γιατί ο πόλεμος τελείωσε.
Ταυτόχρονα, ήταν μάθημα ζωής η έννοια του μοιράσματος που έχουν χώρες της Αφρικής. Και το παράδοξο; Οσο πιο φτωχές οι χώρες, τόσο πιο φιλόξενες είναι. Ξέρετε, οι κουλτούρες του Νότου μοιράζονται, κι αυτό είναι ένα από τα πράγματα που κρατάω από την παραμονή μου στο Τσαντ, όπου πέρασα δύο χρόνια πριν έρθω στην Ελλάδα. Αυτή η φιλόξενη προσέγγιση υπάρχει και στις μεσογειακές χώρες, πρέπει να βρούμε τρόπο να την αναβιώσουμε, περνώντας το ισχυρό μήνυμα ότι σήμερα Σουδανοί και Αφγανοί βρίσκονται στις βάρκες αναζητώντας ασφάλεια και καλύτερη ζωή, αύριο μπορεί να είμαστε εμείς.