World News in Greek

Η ιδιωτική εκπαίδευση στην Ισπανία απογειώνεται

Ta Nea 

Στην Ισπανία η ιδιωτική εκπαίδευση παύει να είναι «εναλλακτική» και μετατρέπεται σε γιγαντωμένο οικοσύστημα, με χρήμα, επενδυτικά κεφάλαια και αυξανόμενη πολιτική ένταση γύρω από το τι σημαίνει ποιότητα, πρόσβαση και δημόσιο συμφέρον.

Η αγορά είναι τεράστια: σχολεία, πανεπιστήμια, σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης κινούν περίπου 20 δισ. ευρώ τον χρόνο. Το μεγαλύτερο κομμάτι βρίσκεται στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση –χιλιάδες ιδιωτικά και επιδοτούμενα (concertados) σχολεία– όμως η «καυτή ζώνη» της κερδοφορίας εντοπίζεται αλλού: στην ανώτατη εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση (FP). Εκεί όπου το εισιτήριο είναι ακριβό, η ζήτηση αυξάνεται και το μοντέλο μπορεί να κλιμακωθεί με ψηφιακά εργαλεία και διεθνή επέκταση.

Οι αριθμοί δείχνουν την αλλαγή ισχύος. Το ισπανικό πανεπιστημιακό σύστημα έφτασε φέτος ρεκόρ περίπου 1,9 εκατ. φοιτητών. Όμως η «έκρηξη» δεν έρχεται από το δημόσιο: οι εγγραφές στα ιδιωτικά πανεπιστήμια εκτοξεύονται με ρυθμούς πολλαπλάσιους, ενώ το δημόσιο αυξάνεται οριακά. Η δυναμική είναι τόσο ισχυρή ώστε μέσα στο 2026 οι ιδιωτικές πανεπιστημιακές δομές αναμένεται να είναι περισσότερες από τις κρατικές: οι δημόσιες παραμένουν επί δεκαετίες περίπου σταθερές σε αριθμό, ενώ οι ιδιωτικές πολλαπλασιάζονται, συχνά με χρηματοδότηση εταιρειών, ιδρυμάτων και –πλέον– μεγάλων funds. Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό στην «πίτα» των μεταπτυχιακών: τα ιδιωτικά απορροφούν πάνω από τους μισούς φοιτητές μάστερ και περίπου το ένα τρίτο των προπτυχιακών.

Το δεύτερο μεγάλο πεδίο είναι η FP, η επαγγελματική κατάρτιση που στην Ισπανία έχει μετατραπεί σε «παιδική χαρά» των ιδιωτικών ομίλων. Με περίπου 1,2 εκατ. μαθητές/σπουδαστές, το μερίδιο της ιδιωτικής δικτύωσης ανεβαίνει σταθερά – γύρω στο ένα τρίτο των εγγραφών – με περιφέρειες όπως η Χώρα των Βάσκων και η Μαδρίτη να εμφανίζουν ακόμη υψηλότερη ιδιωτική συμμετοχή. Πρόκειται για αγορά με άμεση σύνδεση με την απασχολησιμότητα, χαμηλότερο χρόνο σπουδών, «συσκευασμένα» προγράμματα και δυνατότητα ανάπτυξης μέσω franchises, συγχωνεύσεων και online πλατφορμών.

Πίσω από αυτή τη μετατόπιση υπάρχουν τρεις καταλύτες. Πρώτον, η πίεση της ζήτησης: οικογένειες με λιγότερα παιδιά επενδύουν περισσότερο ανά παιδί και εργαζόμενοι επιστρέφουν στην εκπαίδευση για αναβάθμιση δεξιοτήτων σε μια αγορά όπου η τεχνολογία και κυρίως η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζουν ρόλους και απαιτήσεις. Δεύτερον, η υποχρηματοδότηση ή η αδυναμία επέκτασης του δημόσιου πανεπιστημίου, που δεν μπορεί να ακολουθήσει την εκρηκτική ζήτηση σε συγκεκριμένα αντικείμενα και σε μεταπτυχιακά προγράμματα. Τρίτον, η είσοδος κεφαλαίων: τα funds αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση ως «ανθεκτικό» κλάδο με σταθερές και προβλέψιμες ροές εσόδων, ενώ η ψηφιοποίηση μειώνει το κόστος κλιμάκωσης και ανοίγει δρόμο για διεθνή επέκταση.

Το «ποιος είναι ποιος» στο νέο ισπανικό εκπαιδευτικό καπιταλισμό αποτυπώνεται σε συμφωνίες με αστρονομικά ποσά. Η Universidad Europea πέρασε σε μεγάλο επενδυτικό όμιλο με αποτίμηση περίπου 2,2 δισ. ευρώ, ενώ η Universidad Alfonso X el Sabio (UAX) άλλαξε χέρια σε συμφωνία περίπου 2 δισ. ευρώ, με συμμετοχή διεθνών κεφαλαίων – ενδεικτικό του πώς ένα πανεπιστήμιο γίνεται asset υψηλής αξίας, όπως ένα δίκτυο υποδομών. Η Proeduca, με «ναυαρχίδα» την ψηφιακή UNIR, αποτελεί άλλη μία κορυφαία πλατφόρμα, ενώ ισχυρό αποτύπωμα έχει και το IE University, που αναπτύσσει διεθνείς κόμβους και επενδύει σε executive education. Στην επαγγελματική κατάρτιση, η δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων μέσω συγχωνεύσεων (όπως η Davante) και η παρουσία funds όπως η KKR δείχνουν ότι η FP αντιμετωπίζεται ως «γραμμή παραγωγής» δεξιοτήτων, με ισχυρό περιθώριο ανάπτυξης.

Η λογική των funds είναι συγκεκριμένη: «έξυπνο χρήμα» που μπαίνει σε έναν κατακερματισμένο κλάδο, τον συγκεντρώνει, τον επαγγελματοποιεί, επενδύει σε μάρκετινγκ, τεχνολογία, εγκαταστάσεις, νέες ειδικότητες και –κυρίως– επεκτείνει τη γεωγραφία του προϊόντος. Ένα πανεπιστήμιο ή ένας όμιλος FP δεν πουλά μόνο μαθήματα. Πουλά διαδρομές καριέρας, δίκτυα εργοδοτών, διεθνή προγράμματα, πιστοποιήσεις, ακόμη και «εμπειρία» campus. Σε βάθος 4–8 ετών, ο επενδυτής επιδιώκει υψηλές αποδόσεις και έξοδο μέσω πώλησης σε άλλο fund ή σε μεγαλύτερο στρατηγικό παίκτη. Έτσι εξηγείται και γιατί οι συναλλαγές πολλαπλασιάζονται: ο κλάδος γίνεται διαρκής μηχανή εξαγορών.

Όμως η έκρηξη δεν έρχεται χωρίς αντιδράσεις. Στην Ισπανία έχει ανοίξει δημόσια συζήτηση για τα «πανεπιστήμια-σφραγίδες» – δομές με περιορισμένη φυσική παρουσία, υπερ-εξάρτηση από online διδασκαλία και αδύναμους δείκτες ποιότητας. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αυστηροποιήσει το πλαίσιο αδειοδότησης και λειτουργίας, μιλώντας για ανάγκη να μπει φρένο σε ιδρύματα που μοιάζουν περισσότερο με «ακαδημίες» παρά με πανεπιστήμια. Από την άλλη πλευρά, ορισμένες περιφερειακές κυβερνήσεις στηρίζουν τη δημιουργία νέων ιδιωτικών πανεπιστημίων, θεωρώντας ότι καλύπτουν ζήτηση και φέρνουν επενδύσεις. Η διαμάχη είναι πολιτική, αλλά έχει πρακτικό πυρήνα: ποιος εγγυάται την ποιότητα όταν η εκπαίδευση γίνεται πεδίο υψηλών αποδόσεων;

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας προειδοποιούν για δύο κινδύνους. Ο πρώτος είναι η ανισότητα: η ιδιωτική εκπαίδευση, λένε, συγκεντρώνει κοινωνικές ομάδες με μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα και μεταφέρει τις πιο ευάλωτες ομάδες στο δημόσιο, δημιουργώντας εκπαιδευτική «διαστρωμάτωση». Ο δεύτερος είναι η υποβάθμιση της ουσίας: όταν η διοίκηση ενός πανεπιστημίου αρχίζει να κυβερνάται κυρίως από οικονομικούς δείκτες, υπάρχει ο φόβος ότι ορίζοντας γίνεται η προσέλκυση πελατών-φοιτητών, όχι η έρευνα, η επιστημονική παραγωγή και η ακαδημαϊκή αυστηρότητα.

Οι ιδιωτικοί φορείς απαντούν ότι το θέμα δεν είναι η ύπαρξη κέρδους, αλλά η επανεπένδυση: καλύτερες εγκαταστάσεις, εργαστήρια, τεχνολογία, διεθνείς συνεργασίες, ελκυστικά προγράμματα που δίνουν δουλειά. Πολλοί φοιτητές, άλλωστε, επιλέγουν την ιδιωτική οδό ακριβώς με αυτή τη λογική: «πληρώνω για πρόσβαση σε δίκτυο και επαγγελματική προοπτική». Σε ένα περιβάλλον όπου οι βάσεις εισαγωγής, οι περιορισμένες θέσεις σε συγκεκριμένα αντικείμενα και η αίσθηση «συμφόρησης» στο δημόσιο πιέζουν, η ιδιωτική εκπαίδευση εμφανίζεται ως γρήγορη, ευέλικτη λύση.

Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση, πιο σιωπηλή αλλά κρίσιμη: η «σκιώδης εκπαίδευση», οι ιδιαίτερες και τα φροντιστήρια. Ένα παράλληλο σύστημα ενισχυτικής διδασκαλίας που διογκώνεται και λειτουργεί ως θερμόμετρο άγχους και ανταγωνισμού. Όταν ένα μεγάλο μέρος των μαθητών χρειάζεται εξωσχολική υποστήριξη, η γραμμή ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό θολώνει: η εκπαίδευση γίνεται οικογενειακή δαπάνη ανεξαρτήτως σχολείου, επιτείνοντας την πίεση στα νοικοκυριά και αναδεικνύοντας ότι το «κόστος μάθησης» δεν τελειώνει στην επίσημη τάξη.

Το ισπανικό παράδειγμα δείχνει προς τα πού φυσά ο άνεμος στην Ευρώπη: περισσότερη ιδιωτική συμμετοχή, μεγαλύτερος ρόλος των επενδυτικών κεφαλαίων, πιο επιθετική εμπορευματοποίηση στην ανώτατη εκπαίδευση και στην κατάρτιση. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτό θα συνεχιστεί – όλα δείχνουν πως θα συνεχιστεί. Το ερώτημα είναι με ποιους κανόνες, με ποια φίλτρα ποιότητας και με ποια κοινωνική ισορροπία, ώστε η εκπαίδευση να μην μετατραπεί σε προνόμιο που αγοράζεται, αλλά να παραμείνει, έστω και μέσα σε ένα μικτό μοντέλο, δημόσιο αγαθό με πραγματικές δικλείδες πρόσβασης και αξιοπιστίας. Στην Ισπανία, η μάχη αυτή μόλις αρχίζει – και θα κριθεί όχι μόνο στα υπουργεία και στις αίθουσες συνεδριάσεων των funds, αλλά και στο ποιος θα μπορεί τελικά να σπουδάσει, πού, με τι κόστος και με τι αντίκρισμα.

Читайте на сайте