World News in Greek

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: Άκουσα τον Σικελιανό να απαγγέλλει μπροστά στο φέρετρο του Παλαμά

Ta Nea 

Στγμιότυπα και εξομολογήσεις της βυζαντινολόγου Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ από τα αυτοβιογραφικά της βιβλία. Ξεχωρίζει η αφήγηση για την κηδεία του Κωστή Παλαμά στις 28 Φεβρουαρίου 1943 στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.

«Η Φωτεινή που με μεγάλωσε»

«Η πρώτη εικόνα που έχω απ’ τη ζωή μου, θα ‘μουν τριών χρονών, είναι αυτή της Φωτεινής, της γυναίκας που με μεγάλωσε, που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία μαζί με τους γονιούς μου. Ζούσε κι αυτή μέσα στη φτώχεια τη μεγάλη τότε, στην προσφυγιά, δούλευε στου Μαρτσινιώτη, το εργοστάσιο πυρίτιδας στον Υμηττό. Λοιπόν, ερχόταν η Φωτεινή τα Σαββατοκύριακα στα Κιούρκα, όπου μας πήγαινε ο πατέρας μου για να περάσουμε το καλοκαίρι, και είχε περασμένα κουλούρια σε όλο της το χέρι. Κουλούρια, αυτά που τα λέμε σιμίτια. Περίμενα με ανυπομονησία να έρθει για να πάρω ακριβώς όσα κουλούρια μου αναλογούσαν. Μέσα σε εκείνη την εικόνα είναι και το τραγούδι που τραγουδάγανε οι μεγάλοι τότε στην εξοχή, το “Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια, κελαηδήστε”. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα. Ολες οι άλλες εικόνες από εκείνη την εποχή είναι αποσπασματικές και θρυμματισμένες» («Μια ζωή χωρίς άλλοθι»).

Με Χατζιδάκι και Ξενάκη στο βουνό

Στην ΕΠΟΝ ήταν υπεύθυνη για τις μαθήτριες του Παγκρατίου, υπό την καθοδήγηση του Χρήστου Πασαλάρη. Η ίδια αφηγείται πώς βρέθηκε στο βουνό μετά τον Δεκέμβρη του 1944, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι: «Με τα Δεκεμβριανά, φεύγουμε μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Χρήστο Πασαλάρη και άλλους για το βουνό. Πάνω από τον Υμηττό πέφτουμε μετά στην Παιανία, όπου καπετάνιος ήταν ο Ορέστης (σ.σ.: σε άλλο σημείο της αφήγησης θα πει ότι Χατζιδάκις κρύωνε πολύ και όταν έφτασαν στο Σχηματάρι επέστρεψε στο Παγκράτι). Οταν μας διώχνουν και από εκεί, με τα πόδια καταλήγουμε στην Κυψέλη. Στην Κυψέλη γνωρίζομαι με τον Ιάννη Ξενάκη, με τον οποίο έγινα πολύ φίλη και μετά, στο Παρίσι. Μένουμε στο σπίτι ενός δωσίλογου, ώσπου να φύγουμε πια για να πάμε Σκούρτα, Λαμία και παραπάνω όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι. Σε αυτό το σπίτι υπάρχει ένας «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες κι ένας Καβάφης άκοπος. Λοιπόν, έφυγα στο βουνό με τον Θερβάντες και τον Καβάφη» («Μια ζωή χωρίς άλλοθι»).

Αυτόπτης μάρτυρας στην κηδεία Παλαμά

Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 γίνεται η κηδεία του Κωστή Παλαμά στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας – γεγονός στο οποίο ήταν αυτόπτης μάρτυς. Και αυτό αφηγείται στο αυτοβιογραφικό «Από μένα αυτά»: «Είχαν μαζευτεί νέα παιδιά, που ίσως δεν γνώριζαν καν ποιος είναι ο Παλαμάς, και ζητούσαν κόλλυβα για να απαλύνουν κάπως την πείνα τους. Ξαφνικά είδαν πολλούς Γερμανούς να φτάνουν, φοβήθηκαν και έφυγαν. Εγω ήμουν μέσα στο νεκροταφείο και έμαθα για το γεγονός αυτό αργότερα, από γνωστά μου παιδιά. Μπρος στο φέρετρο του Παλαμά, ο Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα με τους περίφημους στίχους: “Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!”, “Οι σημαίες οι φοβερές της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!”. Τότε, για πρώτη φορά, άρχισε κάποιος σιγά σιγά να τραγουδά τον Εθνικό Υμνο, και τον ακολούθησαν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Αργότερα μάθαμε ότι ο Εθνικός Υμνος ακούστηκε σε όλη την περιοχή. Και ενώ τραγουδούσαμε τον Εθνικό Υμνο, ήρθε ο Αλτενμπουργκ, ο γερμανός κυβερνήτης της Αθήνας, και κατέθεσε δάφνινο στεφάνι στον τάφο του Παλαμά. Μόλις γύρισε την πλάτη του, πήραμε το στεφάνι και το κάναμε φύλλο και φτερό. Δεν μας παρότρυνε κανένας, ήταν κάτι τελείως αυθόρμητο. Θεωρώ ότι ήταν μια πραγματική πράξη αντίστασης. Ημουν αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας σε όλα αυτά, ακόμα τα βλέπω μπροστά μου».

Το ψηφιδωτό με τον Ιουστινιανό

«Ενα ψηφιδωτό θα ήθελα. Αν μπορούσα να έχω κάτι, θα ήθελα το ψηφιδωτό όπου απεικονίζεται ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η συνοδεία του, το οποίο βρίσκεται στον Αγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, στον διάδρομο στην είσοδο. Από τη μία μεριά του διαδρόμου είναι το ψηφιδωτό με τον Ιουστινιανό και την ακολουθία του και από την άλλη ένα άλλο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Αν σταθείς στη μέση, θα διαπιστώσεις ότι ο ένας κοιτάζει τον άλλον. Σε αυτό το ψηφιδωτό ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απεικονίζεται στο κέντρο της παράστασης, συνοδευόμενος από φρουρούς και αξιωματούχους, και δίπλα του στέκεται ο επίσκοπος της Ραβέννας Μαξιμιανός, όπως βλέπουμε να γράφει η επιγραφή πάνω από το κεφάλι του. Ρωτούσα συχνά τους φοιτητές μου: Ενα ψηφιδωτό που βρίσκεται στη Ραβέννα αναφέρει μόνο το όνομα του επισκόπου της Ραβέννας; Οι άλλοι που απεικονίζονται ποιοι είναι; Γιατί δεν τους αναφέρει; “Βρε σεις” τους έλεγα “σκεφτείτε το”. Συνήθως δεν απαντούσε κανείς. Ο λόγος είναι επειδή αυτό το ψηφιδωτό “κεντήθηκε” στην Πόλη, όπου εκεί τους γνώριζαν όλους εκτός από τον Μαξιμιανό, γι’ αυτό γράφουν το όνομά του. Από αυτό βέβαια αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε μεγάλο εργαστήριο ψηφιδωτών στη Ραβέννα» («Από μένα αυτά»).

Με τον Μιτεράν και τη Γιουρσενάρ

«Γίνομαι Πρύτανης της Ακαδημίας, ένα είδος υφυπουργού, αναφέρομαι κατευθείαν στον Πρόεδρο μέσω της συμβούλου του –μιας καλλονής– της Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Μέχρι τότε δεν γνώριζα τον Μιτεράν. Το ’83, τον Μάη ήταν, μου τηλεφωνούν από το Ελιζέ: «Ο Πρόεδρος θέλει να φάτε σε ένα τραπέζι με άλλους διανοούμενους». Φτάνω λοιπόν στο Προεδρικό Μέγαρο, πρώτη φορά που βλέπω τον Μιτεράν, και στο ίδιο τραπέζι είναι η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, ο Ζακ Λανγκ, ο Ρεζίς Ντεμπρέ, η αφεντιά μου και ο Μιτεράν με τη γυναίκα του, την Ντανιέλ. Τι θαύμασα; Τον Μιτεράν να ξέρει όχι μόνο το τι γινόταν σε όλο τον κόσμο εκείνη τη στιγμή, αλλά να μιλάει για ένα σωρό θέματα, φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική, μια πολυσχιδής γνώση που δεν είχα ξαναδεί· ακόμα και η Γιουρσενάρ τα είχε χάσει λίγο» («Μια ζωή χωρίς άλλοθι»).

* Τα αποσπάσματα προέρχονται από τις εκδόσεις: «Από μένα αυτά» (συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά και την Εφη Βασιλοπούλου), εκδ. Πατάκη (2021), και το «Μια ζωή χωρίς άλλοθι (όπως την αφηγήθηκα στον Γιάννη Μπασκόζο)», εκδ. Μεταίχμιο (2017).

Читайте на сайте