World News in Greek

Long Covid: Ακόμη και σε ήπια μορφή έχει μακροχρόνιες εγκεφαλικές επιπτώσεις

Ta Nea 

Μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο Tulane δείχνει ότι η ανάρρωση από την COVID-19 δεν τελειώνει απαραίτητα όταν υποχωρήσουν τα αναπνευστικά συμπτώματα. Ακόμη και σε μια ήπια μορφή της νόσου, αντίστοιχη με αυτή της γρίπης, μπορεί να προκαλέσει επιδράσεις που παραμένουν για εβδομάδες ή και μήνες μετά την εξαφάνιση του πυρετού και του βήχα.

Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι και οι δύο ιοί προκαλούν μακροχρόνιες βλάβες στους πνεύμονες. Ωστόσο, μόνο η λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 συνδέθηκε με συνεχιζόμενη φλεγμονή στον εγκέφαλο και τραυματισμό μικρών αιμοφόρων αγγείων, ακόμη και όταν ο ιός δεν ήταν πλέον ανιχνεύσιμος. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Frontiers in Immunology, ρίχνει φως στο γιατί το long COVID συνοδεύεται συχνά από εγκεφαλικά συμπτώματα όπως κόπωση, διαταραχές διάθεσης και brain fog, ενώ η γρίπη σχετίζεται περισσότερο με αναπνευστικά προβλήματα.

«Η γρίπη και η COVID-19 επηρεάζουν μεγάλους πληθυσμούς παγκοσμίως και αποτελούν σημαντικό βάρος για τη δημόσια υγεία, ωστόσο οι μηχανισμοί πίσω από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις τους παραμένουν ελάχιστα κατανοητοί», ανέφερε ο Dr. Xuebin Qin, κύριος συγγραφέας της μελέτης και καθηγητής μικροβιολογίας και ανοσολογίας στο Tulane National Biomedical Research Center.

Για να εντοπίσουν ποια υπολειμματικά αποτελέσματα είναι κοινά σε σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις και ποια ειδικά για την COVID-19, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν πειραματικό μοντέλο σε ποντίκια. Εξέτασαν ιστούς πνευμόνων και εγκεφάλου μετά την πλήρη απομάκρυνση των ιών.

Στους πνεύμονες, και οι δύο ιοί προκάλεσαν παρόμοια μακροπρόθεσμα μοτίβα. Τα ανοσοκύτταρα παρέμειναν ενεργά αντί να επιστρέψουν σε κατάσταση ηρεμίας, ενώ αυξήθηκαν τα επίπεδα κολλαγόνου — μιας πρωτεΐνης που σχετίζεται με τον σχηματισμό ουλών. Η συσσώρευσή του μπορεί να δυσκολεύει την αναπνοή, εξηγώντας γιατί ορισμένοι ασθενείς συνεχίζουν να αισθάνονται δύσπνοια μετά από λοίμωξη.

Μια πιο προσεκτική ανάλυση αποκάλυψε κρίσιμη διαφορά. Μετά από γρίπη, οι πνεύμονες εμφάνισαν οργανωμένη διαδικασία αποκατάστασης, με εξειδικευμένα κύτταρα να αναδομούν το επιθήλιο των αεραγωγών. Αυτή η αντίδραση αποκατάστασης έλειπε σε μεγάλο βαθμό μετά από λοίμωξη με SARS-CoV-2, γεγονός που υποδηλώνει ότι η COVID-19 μπορεί να διαταράσσει την ικανότητα των πνευμόνων να επουλωθούν σωστά.

Οι πιο εντυπωσιακές διαφορές παρατηρήθηκαν στον εγκέφαλο. Παρότι κανένας από τους δύο ιούς δεν εντοπίστηκε στον εγκεφαλικό ιστό, τα ποντίκια που είχαν αναρρώσει από COVID-19 εμφάνιζαν σημάδια συνεχιζόμενης φλεγμονής εβδομάδες αργότερα, καθώς και μικρές αιμορραγικές περιοχές.

Η ανάλυση της γονιδιακής δραστηριότητας αποκάλυψε συνεχή φλεγμονώδη σηματοδότηση και διαταραχές στα μονοπάτια που ρυθμίζουν τη σεροτονίνη και τη ντοπαμίνη — ουσίες με καθοριστικό ρόλο στη διάθεση, τη σκέψη και την ενέργεια. Αυτές οι αλλαγές απουσίαζαν κυρίως στα ζώα που είχαν μολυνθεί από γρίπη.

«Και στις δύο λοιμώξεις παρατηρήσαμε επίμονη βλάβη στους πνεύμονες», σημείωσε ο Qin. «Όμως οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στον εγκέφαλο ήταν μοναδικές για τον SARS-CoV-2. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για την κατανόηση του long COVID».

Η μελέτη υποστηρίχθηκε από επιχορήγηση της American Heart Association, στο πλαίσιο εθνικής προσπάθειας κατανόησης των μακροπρόθεσμων καρδιαγγειακών και εγκεφαλοαγγειακών συνεπειών της COVID-19. Τα ευρήματα προσφέρουν νέες ενδείξεις ότι οι αλλαγές στα αιμοφόρα αγγεία και οι ανοσολογικές αντιδράσεις συμβάλλουν στα συνεχιζόμενα νευρολογικά συμπτώματα.

Με την ταυτοποίηση αυτών των βιολογικών προτύπων, οι ερευνητές ελπίζουν να βελτιώσουν την παρακολούθηση των ασθενών μετά τη λοίμωξη και να καθοδηγήσουν την ανάπτυξη θεραπειών που θα περιορίζουν τη μακροχρόνια βλάβη. Καθώς τα επίμονα συμπτώματα συνεχίζουν να επηρεάζουν πολλούς ανθρώπους, η κατανόηση των αιτίων τους παραμένει ζωτικής σημασίας για τη μείωση των επιπτώσεων στη δημόσια υγεία.

Читайте на сайте