World News in Greek

Τα παιχνίδια του νάρκισσου

Ta Nea 

Τις αποκαλούν χαϊδευτικά «Σιρζανάν», «Λιονταρίνες». Είναι τα μέλη της εθνικής γυναικείας ομάδας ποδοσφαίρου του Ιράν. Εφτασαν στην Αυστραλία, συνολικά 23 άνθρωποι, οι παίκτριες μαζί με το τεχνικό, ιατρικό και διοικητικό επιτελείο που τις υποστηρίζει, λίγες ημέρες πριν ξεκινήσουν, στις 28 Φεβρουαρίου, οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στην πατρίδα τους· και έπαιξαν το πρώτο τους παιχνίδι, με αντίπαλο τη Νότια Κορέα, στις 2 Μαρτίου. Οι εικόνες έκαναν τον γύρο του κόσμου. Οι Ιρανές έμειναν σιωπηλές κατά την ανάκρουση του εθνικού τους ύμνου. Δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να εξηγήσουν το γιατί. Θα μπορούσε να είναι μια μορφή διαμαρτυρίας για τους βομβαρδισμούς. Ερμηνεύτηκε όμως ευθύς αμέσως ως ένδειξη δυσαρέσκειας απέναντι στο ιρανικό καθεστώς – όχι μόνο από τους παρατηρητές, πρωτίστως από το ίδιο το καθεστώς.

«Είναι το αποκορύφωμα της αναισχυντίας και του αντιπατριωτισμού», κατήγγειλε αμέσως ο Μοχαμάντ Ρεζά Σαχμπαζί, παρουσιαστής της κρατικής τηλεόρασης του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς τες «προδότριες σε καιρό πολέμου», έγκλημα που επιφέρει τη θανατική ποινή. Γνωρίζοντας πως τα δυτικά Μέσα δεν παρακολουθούν την ιρανική τηλεόραση, η Ραχά Πουρμπάκς, η αθλητική συντάκτρια του αντικαθεστωτικού ιστοτόπου Iran International που κάλυπτε το τουρνουά από το Λονδίνο, απομόνωσε το επίμαχο βίντεο και το έστειλε σε ρεπόρτερ του CNN, του Reuters και του αυστραλιανού ABC. Σύντομα, αυστραλοί αστυνομικοί κατέφθασαν στο λόμπι του ξενοδοχείου όπου διέμενε η ιρανική αποστολή.

Οι ιρανοί αθλητές, ιδιαίτερα τα μέλη των εθνικών ομάδων, υποχρεούνται να καταθέτουν σημαντικές οικονομικές εγγυήσεις στο υπουργείο Αθλητισμού προτού τους επιτραπεί να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, ένα μέτρο που στοχεύει στην πρόληψη λιποταξιών. Μπορεί να είναι μετρητά ή τίτλοι ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία μπορούν να κατασχεθούν, εάν ο αθλητής ή η αθλήτρια δεν επιστρέψει στο Ιράν. Λένε πως για το συγκεκριμένο ταξίδι στην Αυστραλία το καθεστώς είχε αυξήσει δραματικά την εγγύηση, στα 10 δισεκατομμύρια τόμαν, σχεδόν 63.000 ευρώ. Λένε, επίσης, πως τουλάχιστον τρεις αξιωματούχοι των Φρουρών της Επανάστασης ήταν ενσωματωμένοι στην ομάδα. Παρακολουθούσαν, φυσικά, κάθε τους βήμα. Και τους είπαν πως η ασφάλεια των οικογενειών τους εξαρτιόταν από την επιστροφή τους στο Ιράν.

Την Κυριακή 8 Μαρτίου, οι «Λιονταρίνες» έχασαν τον τρίτο και τελευταίο τους αγώνα, απέναντι στις Φιλιππίνες, στο στάδιο Gold Coast, νότια του Μπρισμπέιν. Δεν είχαν επαναλάβει άλλη φορά τη διαμαρτυρία τους. Δύο ημέρες αργότερα, την Τρίτη, επρόκειτο να αναχωρήσουν. Ολα, όμως, δείχνουν ότι παρασκηνιακά οι Αρχές της Αυστραλίας έκαναν αυτό που έπρεπε. Είχαν έρθει διακριτικά σε επαφή με τις παίκτριες, τους είχαν παρουσιάσει τις επιλογές τους. Πράγματι, τη νύχτα της Δευτέρας, πέντε παίκτριες – ανάμεσά τους και η αρχηγός της ομάδας Ζαχρά Γκανμπαρί – κατάφεραν να ξεφύγουν. Bίντεο που κοινοποιήθηκε από ακτιβιστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνει έναν ιρανό αξιωματούχο ασφαλείας να ψάχνει πανικόβλητος στις σκάλες του ξενοδοχείου, ενώ ακτιβιστές τον ακολουθούν φωνάζοντάς του να ξεκουμπιστεί από την Αυστραλία.

Οι πέντε παίκτριες οδηγήθηκαν σε ασφαλή χώρο. Εκεί οδηγήθηκε την Τρίτη ακόμα μία παίκτρια καθώς και η υπεύθυνη εξοπλισμού της ομάδας – γιατί οι Αρχές φρόντισαν να μιλήσουν χωριστά με τις υπόλοιπες «Λιονταρίνες» καθώς και «αρκετά» μέλη του προσωπικού της ομάδας, στο αεροδρόμιο του Σίδνεϊ, χωρίς να βρίσκονται μαζί τους συνοδοί ή επόπτες, ώστε να τους δώσουν μία ακόμα ευκαιρία να παραμείνουν στη χώρα. Την επομένη, όμως, μία ήδη δύσκολη κατάσταση περιπλέχθηκε. Μία από τις επτά Ιρανές που είχαν ζητήσει άσυλο στην Αυστραλία άλλαξε γνώμη και ήρθε σε επαφή με την πρεσβεία του Ιράν, αποκαλύπτοντας και την τοποθεσία του κρησφύγετού τους. Οι Αρχές μετέφεραν κατεπειγόντως σε άλλο ασφαλή χώρο τις υπόλοιπες έξι, ενώ η αθλήτρια που άλλαξε γνώμη αναχώρησε αεροπορικώς για την Κουάλα Λουμπούρ, εκεί όπου βρισκόταν η (υπόλοιπη) ιρανική ομάδα εν αναμονή του επαναπατρισμού της. Το Σάββατο, όμως, δύο ακόμα παίκτριες καθώς και η υπεύθυνη εξοπλισμού «άλλαξαν γνώμη». Ακολούθησε, την Κυριακή, η αρχηγός της ιρανικής εθνικής ομάδας. Εμειναν πίσω δύο παίκτριες. Για όσο.

Στην τυχερή, τυχερότατη Ευρώπη, δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε πόσο σκληρή ήταν η επιλογή που κλήθηκαν να κάνουν οι γυναίκες αυτές, πόσο αφόρητες είναι οι πιέσεις που υπέστησαν και ακόμα υφίστανται, πόσο επισφαλές είναι το μέλλον των ίδιων και των δικών τους. Λένε πως η υπεύθυνη εξοπλισμού της ομάδας ουδέποτε είχε πραγματικά σκοπό να λιποτακτήσει, απλά προσποιήθηκε ότι ζητούσε άσυλο για να εκβιάσει τις υπόλοιπες παίκτριες. Η πραγματικότητα εμπεριέχει τελευταία, ούτως ή άλλως, υλικό για μπόλικες ταινίες. Το βέβαιο είναι πως ο Ντόναλντ Τραμπ «έπαιξε» και στη συγκεκριμένη ρόλο, αν όχι «κακού», τότε ανόητου. Με εκείνα τα βροντερά μηνύματα που ανέβασε στο Truth Social για τις «Λιονταρίνες», ξημερώματα Τρίτης, αξιώνοντας να τους προσφέρει άσυλο η Αυστραλία – ενώ είχε μιλήσει με τον αυστραλό πρωθυπουργό –, έδωσε κάθε κίνητρο στο ιρανικό καθεστώς να μεγιστοποιήσει τις πιέσεις του, ώστε να επιστρέψουν οι παίκτριες στη χώρα, ως μια πολιτική νίκη έναντι των ΗΠΑ. Οπως σχολίασε χαρακτηριστικά η «Guardian», άλλες λιποταξίες ιρανών αθλητών, που πέρασαν απαρατήρητες από τον Τραμπ, προσείλκυσαν πολύ λιγότερη προσοχή από το καθεστώς. Αλίμονο σε όσους μπλέκουν άθελά τους στα παιχνίδια ενός νάρκισσου.

Читайте на сайте