World News in Greek

Χαράλαμπος Γωγιός στα «ΝΕΑ»: «Δεν υπάρχει τίποτε το αντιφατικόστη συνύπαρξη δυστυχίας και χιούμορ»

Ta Nea 

Πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς νεότητα, χωρίς το πέρασμα από μια σύντομη παιδική ηλικία, όπου τα πάντα καθορίζονται από τον αγώνα της επιβίωσης; Σε αυτόν τον δυστοπικό καμβά που αναλύει ο Φραντς Κάφκα στο τελευταίο διήγημά του «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών», η χαρά που πηγάζει από τη μουσική δεν εμφανίζεται ποτέ, το τραγούδι έχει πάψει να υπάρχει και η μόνη μορφή έκφρασης είναι το σφύριγμα. Το σκοτεινό ανάγνωσμα του σπουδαίου τσέχου συγγραφέα μετατρέπεται, σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου και μουσική Χαράλαμπου Γωγιού, σε μουσικοθεατρική παράσταση για την Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με τη συμμετοχή της Ομάδας Σημείο Μηδέν και του συνόλου σύγχρονης μουσικής Ergon Ensemble.

Αφετηρία όμως για την προσέγγιση του αναγνώσματος του Κάφκα υπήρξε, όπως λέει ο συνθέτης της παράστασης, ένα κείμενο του Φρέντρικ Τζέιμσον, ο οποίος διαβάζει το διήγημα από την πολιτική σκοπιά, με έμφαση στον κεντρικό ρόλο της «κολεκτίβας» των ποντικιών και στο ερώτημα του ρόλου του καλλιτέχνη ως προς το σύνολο του λαού. Ο Χαράλαμπος Γωγιός εξηγεί πως «Η ποντικίνα Γιοζεφίνε, παρότι καταραμένη – ή ευλογημένη – με όλα τα αναπόφευκτα τερτίπια της αστικής καλλιτέχνιδας (ναρκισσισμοί, δυσανάλογη αίσθηση της σημασίας της, καπρίτσια, εξαιρετισμοί…) παίζει έναν προφανώς σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της ευρύτερης ποντικοκοινότητας. Το διήγημα του Κάφκα όμως δεν έχει πάτο: ο ακριβής ρόλος της απλώς δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια και διαφεύγει εσαεί. Η ιδιαίτερη ένταση ανάμεσα στην ατομική δεξιοτεχνία και τη συλλογική λειτουργία, βέβαια, διατρέχει το σύνολο της δουλειάς της Ομάδας Σημείο Μηδέν και του Σάββα Στρούμπου, ο οποίος και μου πρότεινε το έργο. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ιδιαιτέρως ευτυχή συγκυρία».

Ο συγγραφέας μέσω του διηγήματός του στρέφει το βλέμμα του στη φωνή και στο βαθύτερο νόημά της. Τι σας συγκινεί σε αυτή τη χειρονομία;

Η φωνή, και μάλιστα όχι τόσο στον ήχο της, στη «στόφα» της, αλλά στη λειτουργία της, στο πώς δηλαδή αποτελεί αντικείμενο με ισχυρή δραστική δύναμη, τυχαίνει να είναι μία από τις κεντρικές μου «πετριές». Εξού και η κεντρική μου ενασχόληση και το ασίγαστο πάθος για την όπερα, που διατρέχει όλη μου την καλλιτεχνική ζωή. Στην περίπτωση του Κάφκα, αυτό που βρίσκω σπαρακτικό είναι το γεγονός πως στρέφει το ενδιαφέρον του στη φωνή όντας ο ίδιος στα πρόθυρα του θανάτου (πρόκειται για το τελευταίο του ολοκληρωμένο αφηγηματικό γραπτό) και μάλιστα από μια περίπτωση φυματίωσης που είχε στερήσει από τον ίδιο τη φωνή. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η επινόηση της αναξιόπιστης και δυσλειτουργικής φωνής της ποντικίνας Γιοζεφίνε αποκτά επιπλέον μια ισχυρή διάσταση τραγικότητας.

Λέτε ότι «η Γιοζεφίνε, “εθνική τραγουδίστρια” του λαού των ποντικιών, δεν κάνει – το ξεκαθαρίζει ο Κάφκα – τίποτε το ξεχωριστό με τη φωνή της, καμιά υπέρβαση, καμιά δεξιοτεχνία, στον βαθμό τουλάχιστον που ένας γενικευμένα άμουσος λαός μπορεί να διακρίνει». Τελικά πώς εκλαμβάνεται το παραπάνω, τέχνη, ψευδαίσθηση ή μια πράξη αντίστασης;

Νομίζω η μόνη έντιμη απάντηση, τόσο απέναντι στον Κάφκα όσο και στη δική μου συνείδηση, είναι πως το «τελικά» δεν υπάρχει. Καθετί ζωντανό ταλαντεύεται, το νόημα βρίσκεται πάντοτε στην αιώρηση.

Σε αυτόν τον δυστοπικό καμβά πώς αναγνώσατε το χιούμορ του Κάφκα;

Το χιούμορ του Κάφκα για μένα είναι πανταχού παρόν και διατρέχει τα πάντα στο έργο του, ενίοτε με εξόφθαλμο τρόπο. Βρίσκω το διήγημα ξεκαρδιστικό πολλές φορές. Εξάλλου δεν υπάρχει τίποτε το αντιφατικό στη συνύπαρξη της δυστυχίας και του χιούμορ. Το χιούμορ αποτελεί ένα από τα δημοκρατικότερα εργαλεία στο οπλοστάσιο του ανθρώπου, και ανέκαθεν υπήρξε προνομιακό καταφύγιο των κατατρεγμένων.

Ο Κάφκα «υπονομεύει» ή συντάσσει εκ νέου την έννοια της καλλιτεχνικής αξίας στο συγκεκριμένο διήγημα;

Αποτελεί μια οδυνηρά έντιμη πραγμάτευση της δομικής απροσδιοριστίας της έννοιας της καλλιτεχνικής αξίας, ή του πνευματικού έργου γενικότερα και της αναλογίας του (ή μη) με τον βιοτικό μόχθο. Θυμάμαι άπειρες βλακώδεις απόπειρες, στα σχολικά μου χρόνια, να προσδιορίσουμε τον ρόλο του «πνευματικού ανθρώπου» σε σχέση με όποιο σοβαρό θέμα βάζει ο νους. Βλέπουμε και στις μέρες μας, στο παζάρι των κοινωνικών μέσων και όχι μόνο, το άγχος των διανοούμενων και των καλλιτεχνών να συνδέσουν τη δουλειά τους είτε με την «επιτυχία» με όρους αγοράς και κατανάλωσης (πόσα πια σολντ άουτ τον μήνα;) είτε με κάθε είδους ορθοφροσύνη της μόδας που εγγυάται έναν κάποιο δόκιμο λόγο στην ύπαρξή τους. Ο Κάφκα, όπως πάντα, είναι αφοπλιστικά πιο έντιμος. Κοιτάζει τη δομική «αχρηστία» της τέχνης όλων μας στα μάτια.

Читайте на сайте