Θα αντέξουμε…
Στην Αργυρώ Σεράνη
Υπάρχει ένα συγκλονιστικό περιστατικό, όπως το αφηγούνταν ο σπουδαίος ποιητής Ν.Δ. Καρούζος, που το είχε ζήσει, ενώ βρισκόταν στο Αγιον Ορος, στη Μονή Ξενοφώντος, ανήμερα της 21ης Απριλίου του 1967. Κατεβαίνοντας στον ταρσανά της μονής και έχοντας ακούσει στο ραδιοφωνάκι που είχε μαζί του για το στρατιωτικό πραξικόπημα, λέει σε έναν ηλικιωμένο μοναχό που μπάλωνε τα δίχτυα του ψαρέματος: «Γέροντα, τα μάθατε; Εγινε δικτατορία στην Ελλάδα». Και ο μοναχός, χωρίς κατάπληξη, θυμό, ή οργή, όπως καλά το θυμόταν ο ποιητής του «Υπνόσακκου», του αποκρίθηκε λέγοντάς του: «Τι δικτατορία, τι δημοκρατία, παιδί μου, όλα εμείς οι άνθρωποι είμαστε».
Αν και σπάνια μπορεί να εξηγήσεις γιατί μια σκέψη που σου έκανε εντύπωση, συνδυάζεται με μια φαινομενικά άσχετη σκέψη, μου ήρθε έντονα στον νου η παρατήρηση του ηλικιωμένου μοναχού – ο Θεός να τον αναπαύει – ακούγοντας τις προάλλες μια σχετικά νέα γυναίκα που εργάζεται σε σουπερμάρκετ, σχεδόν να εξομολογείται με χαμηλή φωνή κάτι που ενδεχομένως να μην το έχει ξανακούσει κανείς. Αν και συνεπής πάντα ως προς τα καθήκοντά της, όταν η «δοσοληψία» της αφορά σε πελάτες αναγνωρίσιμους ως γονείς αφού συνοδεύονται από το ένα ή τα δύο παιδιά τους, φροντίζει, όταν η αγορά περιλαμβάνει ψάρια, να είναι πάντα τα πιο φρέσκα. Αν είναι δυνατόν να είναι ψάρια που έχουν έρθει στο σουπερμάρκετ το πρωινό της ίδιας μέρας, που γίνεται η αγορά. «Δεν παίζει κανείς με την υγεία και το μέλλον των νέων ανθρώπων, ταΐζοντάς τους μπαγιάτικα», προσθέτει.
Δεν μπορεί να μη σκεφτείς και να μην προβληματιστείς σε σχέση με «λογαριασμούς» που τους ανοίγουν, χωρίς κανείς να τους το έχει ζητήσει και χωρίς κανένα άμεσα επωφελές αντίκρισμα για τους ίδιους, άνθρωποι που, αν και ζουν και κινούνται ανάμεσά μας, με αυτόν τον ανηλεή βομβαρδισμό, όπως τον υφιστάμεθα καθημερινά για τη σχεδόν καθολική επικράτηση μιας αδυσώπητης αναισθησίας και απανθρωπιάς, σχεδόν όχι πια δεν υποψιαζόμαστε την ύπαρξή τους, αλλά έχουμε πάψει και να ελπίζουμε ότι υπάρχουν.
Ανθρώπους που αισθάνονται πως για ό,τι συμβαίνει ή πρόκειται να συμβεί στον κόσμο, διατηρούν ένα ποσοστό ευθύνης οι ίδιοι και επομένως, αν και σε μια κάθε άλλο παρά διακριτή θέση της κοινωνικής ιεραρχίας, οφείλουν να ενεργούν όπως αν τους είχε επίσημα ανατεθεί η σωτηρία της ανθρωπότητας. Και ενώ βαθιά μέσα μας θα έπρεπε να πιστεύουμε στην ύπαρξη αυτών των ανθρώπων, διαφορετικά με τα αδιόρθωτα εις το διηνεκές χάλια που έχει ο κόσμος μας δεν θα μπορούσε να συνεχίζει να υπάρχει, αμφιβάλουμε και μάλιστα τόσο κατηγορηματικά ώστε να αδρανούμε και να θεωρούμε μάταιο μια έστω μικρή χαραμάδα που μόλις διακρίνεται, να προσπαθούμε να την κάνουμε όσο γίνεται πιο πλατιά.
Με ποιον τρόπο; Με έναν τρόπο που, αν και φαίνεται να αγγίζει τα όρια του θαύματος, κάνει οποιονδήποτε λογαριασμό ανοίγει μέσα μας μυστικά και αθόρυβα, προς όφελος των άλλων, να λειτουργεί πολλαπλασιαστικά όπως συνδυαζόμενος με το αποτέλεσμα ενός αντίστοιχου λογαριασμού που εξίσου μυστικά και αθόρυβα έχει ανοίξει μέσα σε έναν άλλον να αποκτά ένα τρομακτικό πρακτικά πια εκτόπισμα, κάθε άλλο παρά θρησκευτικού περιεχομένου, όπως θα φανταζόταν κανείς. Ο κόσμος παρά τις τόσο εντυπωσιακές εξωτερικές του όψεις, παραμένει η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα μιας καθαρά εσωτερικής λειτουργίας ώστε οι στίχοι, πάλι του Ν. Δ. Καρούζου, να είναι οι μόνοι που μπορεί να τον εκφράσουν: «Δεν φταίει το έξω μας / το προς τα έξω μας φταίει».