World News

Σαν σήμερα: Ο δρόμος προς το ντεμπούτο του Τζορτζ Μπεστ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ!

Ta Nea 

Δημοσιότητα. Πολλοί την επιζητούν, άλλοι την αποφεύγουν και ορισμένοι αναγκαστικά την επωμίζονται. Η προβολή ανέκαθεν αφορά ανθρώπους, είτε εμπλεκόμενους με τα κοινά και την πολιτική, είτε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ξεχνάμε, ωστόσο, τον αθλητισμό. Τον λόγο για τον οποίο στάδια, γήπεδα κλειστά και ανοικτά γεμίζουν από χιλιάδες κόσμο.

Κοινό που αναμένει να δει το είδωλο, το ίνδαλμά του. Οι πρωταγωνιστές τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, είναι απλοί άνθρωποι, αφιλτράριστοι. Δεν τους απασχολεί η εικόνα τους, ούτε προσπαθούν να πάρουν με το μέρος τους το πλήθος. Ακριβώς τέτοια φυσιογνωμία ήταν ο Τζορτζ Μπεστ.

Κατά πολλούς, ένας εκ των κορυφαίων παικτών όλων των εποχών. Ε, ο Βορειοϊρλανδός δεν ήταν και πρότυπο αθλητή. Ήταν όμως μάγος. Πώς να το πούμε πιο απλά: μπαλαδόρος.

Βέβαια, είχε κακές συνήθειες, αλλά δεν τις έκρυβε. Αναγνώριζε τα λάθη του, όμως τις περισσότερες φορές υπέκυπτε στα πάθη του.

Το μεγαλύτερο, ο αλκοολισμός: «Ελπίζω ο κόσμος να με θυμάται για το ποδόσφαιρο που έπαιξα», είχε πει κάποτε. Και αν ζούσε, θα ένιωθε ευλογημένος, γιατί πράγματι τα κατορθώματά του με την μπάλα στα πόδια μνημονεύονται ακόμη.

Από την ηλικία των 15 ετών, το ταλέντο του γοήτευε άπαντες στο Μπέλφαστ. Σαν σήμερα (14/09/1963), «ο πέμπτος Beatle» έκανε το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Πριν από 63 χρόνια, η… ιδιοφυΐα , ως «κόκκινος διάβολος», συστήθηκε στο φιλοθεάμον κοινό.

Τα παιδικά χρόνια, ο Μπομπ Μπίσοπ, ο ΜακΦάρλεϊν και το αριστερό παπούτσι

Μεγάλωσε στο Μπέλφαστ, σε μία πολυμελή οικογένεια, μιας και είχε άλλα πέντε αδέρφια. Ο πατέρας του, Ντίκι, εργαζόταν ως σιδηρουργός, ενώ η μητέρα του Ανν έκανε πολλές δουλειές για να θρέψει τα παιδιά της. Αγαθά δεν είχε πολλά. Είχε όμως το σημαντικότερο, αγάπη. Ήταν ευτυχισμένος. Α, και πάντα κρατούσε μία μπάλα. ΠΑΝΤΑ. Από τη βρεφική ηλικία των σχεδόν 10 μηνών όχι μόνο άρχισε να περπατάει, αλλά κουβαλούσε ανά χείρας το αγαπημένο του μπαλόνι με τη δερμάτινη επικάλυψη. Με αυτό ξυπνούσε, με αυτό κοιμόταν.

Στα 13 του, λοιπόν, εντάχθηκε στην τοπική ομάδα, Cregagh Boys. Όσο ντροπαλός ήταν τότε ως χαρακτήρας, άλλο τόσο… θρασύς ήταν ως αγωνιζόμενος. Το ταλέντο του πηγαίο. Πράγμα που αντιλήφθηκε γρήγορα ο πρόεδρος της ομάδας και επιστήθιος φίλος του πατέρα του, Μπαντ ΜακΦάρλεϊν. Ωστόσο, έβλεπε πως χρησιμοποιεί μόνο το δεξί του πόδι. Όχι μόνο τον συμβούλεψε να παίζει και με τα δύο, αλλά προέβη και σε μία πρωτότυπη κίνηση για να το πράξει ο μικρός μάγος.

Πριν την έναρξη του επόμενου παιχνιδιού της ομάδας, έφερε στον Μπεστ μόνο ένα ποδοσφαιρικό παπούτσι, το αριστερό. Στο άλλο έπαιζε με πάνινο. Ο αγώνας τελείωσε και ο Βορειοϊρλανδός είχε πετύχει 12 γκολ, και ούτε μία καταγεγραμμένη κλωτσιά στην μπάλα με το δεξί. Δεν του έλειπε τίποτα πλέον. Ο μέντοράς του εμφανιζόταν βέβαιος για τις ικανότητες του Τζορτζ.

Γι’ αυτό και έπεισε τον στενό του φίλο Μπομπ Μπίσοπ -αρχισκάουτερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη Βόρεια Ιρλανδία τότε-  να τον συμπεριλάβει για ένα Σαββατοκύριακο σε ένα από τα προπονητικά του καμπ στο Helen’s Bay, στην κομητεία Ντάουν. Εκείνος εντυπωσιάστηκε. Γι’ αυτό και άρχισε να τον παρακολουθεί, ενώ την ίδια ώρα και απεσταλμένος της Λιντς Γιουνάιτεντ έριχνε διακριτικά βλέμματα προς τον εκκολαπτόμενο «πέμπτο Beatle».

Ωστόσο, άμεσα άλλαξε γνώμη. Οι αναλογίες του ήταν απαγορευτικές για το επαγγελματικό επίπεδο: ύψος 1,73 και κιλά 50. Φτερό στον άνεμο. Έστειλε την αναφορά του πίσω στο «Elland Road», υποστηρίζοντας ότι ο Τζορτζ ήταν υπερβολικά αδύνατος για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αγγλικού ποδοσφαίρου. Βέβαια, απ’ ό,τι φάνηκε, αναθεώρησε γρήγορα…

Το τηλεγράφημα στον Ματ Μπάσμπι και η νοσταλγία της πατρίδας

Παρότι ο Μπίσοπ είχε αποφασίσει, ο ΜακΦάρλεϊν προσπάθησε να τον μεταπείσει. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο Μπεστ απορρίφθηκε. Ζήτησε άμεσα από τον φίλο του να οργανώσει φιλικό μεταξύ της Boyland -ομάδα νέων της Μάντσεστερ- και της Cregagh Boys, για να επανεξεταστούν τα προσόντα του Τζορτζ. 

Εκείνος συμφώνησε. Και αν μου επιτρέπετε, πολύ καλά έκανε, γιατί διαφορετικά ο 15χρονος τότε επιθετικός θα έμενε δια βίου στο Μπέλφαστ. Δεν ψήλωσε μέσα σε λίγες μέρες ούτε πήρε τον απαιτούμενο όγκο, δεν χρειαζόταν άλλωστε. 

Πέτυχε δύο γκολ και εξέθεσε τους δύο και τρία χρόνια μεγαλύτερους ηλικιακά αντιπάλους του. Αν ο Μπομπ την πρώτη φορά που τον είδε εντυπωσιάστηκε, βλέποντάς τον να κατατροπώνει την ομάδα του, εκστασιάστηκε. Έτσι έστειλε πάραυτα στον προπονητή των «κόκκινων διαβόλων», Ματ Μπάσμπι, το θρυλικό τηλεγράφημα: «Νομίζω ότι σου βρήκα μια ιδιοφυΐα».

Αυτές οι έξι λέξεις που έγραψε ήταν αρκετές για να προσκληθεί στο «Θέατρο των Ονείρων» το 1961 ο βιρτουόζος επιθετικός. Μαζί με έναν ακόμη φέρελπι νέο, τον Έρικ ΜακΜόρντι -αργότερα αγωνίστηκε με τη φανέλα της Μίντλεσμπρο- ταξίδεψαν προς την Αγγλία για να δοκιμαστούν στους «Μπέμπηδες». 

Η εμπειρία της πορείας τους προς το Μάντσεστερ ήταν εφιαλτική. Αποβιβάστηκαν από το πλοίο στο λιμάνι του Λίβερπουλ. Εκεί δεν τους περίμενε κανείς. Μετά από τεράστιο άγχος και υπέρμετρο φόβο, επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί, λέγοντας στον οδηγό του να πάει στο «Old Trafford». 

Μετά κόπων και βασάνων έφτασαν στον προορισμό τους. Ο Τζο Άμστρονγκ, ο αρχισκάουτερ του συλλόγου, αφού τους ξενάγησε στο προπονητικό κέντρο, όπου γνώρισαν και τους παίκτες της πρώτης ομάδας, τους οδήγησε στο σπίτι που θα διέμεναν, καθώς και τη σπιτονοικοκυρά τους, την κυρία Φούλαγουεϊ. Πού να ήξερε τότε ότι θα έμενε μαζί της 10 χρόνια…

Ωστόσο, η αλλαγή για τα δύο παιδιά ήταν απότομη. Από τους δρόμους του Μπέλφαστ στο Μάντσεστερ, δίχως κανένα οικείο πρόσωπο κοντά τους, η πατρίδα τους καλούσε πίσω. Το επόμενο πρωί κιόλας, μόλις ο Άμστρονγκ κατέφτασε για να τους πάρει για προπόνηση, ο Μπεστ του ανακοίνωσε πως αμφότεροι θέλουν να γυρίσουν πίσω. Και πράγματι αυτό συνέβη.

Η επιστροφή, τα φλιτζάνια και το ντεμπούτο

Ο Ντίκι, μόλις αντίκρισε ξανά τον γιο του, ήθελε να μάθει τι πραγματικά έγινε και γύρισε πίσω. Έτσι τηλεφώνησε στον Μπάσμπι. Ο προπονητής της Μάντσεστερ, εξηγώντας του πως πρέπει να διαπιστωθεί αν ο Τζορτζ έχει τα προσόντα για να γίνει επαγγελματίας, τον έπεισε να τον στείλει ξανά στο «Old Trafford».

Όμως και οι δύο δεν υπολόγιζαν στη θέληση του παιδιού. Ο Μπεστ είχε αποφασίσει πως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών στο σχολείο θα δούλευε ως τυπογράφος. Ο τεχνικός των «κόκκινων διαβόλων» τον μετέπεισε, δίνοντάς του τη δυνατότητα να υπογράψει ως ερασιτέχνης και να αγωνιστεί με την ομάδα νέων του συλλόγου.

Για να μην ξαναπαρουσιάσει τάσεις φυγής ο ταλαντούχος Βορειοϊρλανδός, ο Ματ του βρήκε δουλειά, ώστε να μην μένει σχεδόν ποτέ μόνος, αναστοχαζόμενος. Η απασχόληση του 15χρονου; Κατασκευαστής φλιτζανιών τσαγιού στο ναυτικό κανάλι της πόλης. Ο Τζορτζ τη μισούσε αυτή την εργασία. Δεν την έβλεπε ως επάγγελμα, αλλά ως αγγαρεία. Βέβαια, τη συνήθισε. Και μόλις συμπλήρωσε τα 17 χρόνια, στις 22 Μαΐου 1963, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο.

Το ντεμπούτο βρισκόταν προ των πυλών. Η στιγμή που ο «πέμπτος Beatle» θα ανέβαινε για πρώτη φορά στην… πράσινη χορτάρινη σκηνή πλησίαζε. Πράγματι, στις 14 Σεπτεμβρίου 1963 ο Μπεστ αγωνίστηκε βασικός στη νίκη της Μάντσεστερ με 1-0 επί της Γουέστ Μπρομ

Τότε το κοινό, μετά τη λήξη του αγώνα, χειροκρότησε έναν δραστήριο νεαρό για τον ζήλο του και την επίδοσή του. Μετά από λίγα χρόνια, οι ίδιοι άνθρωποι κρεμούσαν πανό στις εξέδρες, γράφοντας: «Ήμουν εκεί όταν ο Μπέστι έκανε το ντεμπούτο του με τη Γιουνάιτεντ».

Αυτό είναι το επιμύθιο της ιστορίας του ντεμπούτου του «πέμπτου Beatle». Μπορεί να ήταν ιδιάζουσα προσωπικότητα, να προκαλούσε την κοινή γνώμη με τις δηλώσεις του, αλλά ο κόσμος τον αγαπούσε για τις μαγικές στιγμές που του χάριζε φορώντας το νούμερο επτά.

Ναι, Τζορτζ, ο κόσμος σε θυμάται για το ποδόσφαιρο που έπαιξες!

Читайте на сайте