Αντρέ Μαλρό: Ενας ατυπικός γκωλικός στον 21ο αιώνα
Ο Ρεϊμόν Αρόν είχε δηλώσει κάποτε ότι ο Αντρέ Μαλρό ήταν «κατά ένα τρίτο μεγαλοφυής, κατά ένα τρίτο ψεύτικος και κατά ένα τρίτο ακατανόητος». Αφορισμός ίσως αυστηρός – και καυστικός – αλλά μάλλον όχι πολύ μακριά από την πραγματικότητα για έναν άνθρωπο που σημάδεψε τον γαλλικό 20ό αιώνα.
Ο πρώτος και μακροβιότερος υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, ίσως εκείνος που σημάδεψε όσο κανείς άλλος το αξίωμα κατά την παραμονή του σε αυτό από το 1959 έως το 1969 ως εισηγητής και απόλυτος κύριος της γαλλικής πολιτιστικής πολιτικής, δεν υπήρξε μόνο ένας από τους στενότερους συνεργάτες του στρατηγού Ντε Γκωλ κατά την ενδεκαετή προεδρική του θητεία.
Ηταν μία από τις πιο ολοκληρωμένες ενσαρκώσεις της μορφής του διανοούμενου στη Γαλλία του 20ού αιώνα, ο επιφανής λογοτέχνης αλλά και ο βαθύς θεωρητικός της τέχνης, ο ένθερμος πολέμιος της γαλλικής αποικιοκρατίας στην Ινδοκίνα κατά τον Μεσοπόλεμο και ο συμπολεμιστής των Δημοκρατικών στον Ισπανικό Εμφύλιο, ο ενεργός αντιστασιακός κατά τη γερμανική κατοχή, ο συνομιλητής του Ρίτσαρντ Νίξον μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική, έχοντας διανύσει τόσο μεγάλη απόσταση από τη συμμετοχή του, το καλοκαίρι του 1934 στη Μόσχα, στο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων.
Τεράστιος, συνεπώς, αν και εν μέρει αυθαίρετος και μετά βεβαιότητας παρακινδυνευμένος, ο πειρασμός της (δι)ερώτησης ποια στάση, πολιτική και πνευματική, θα τηρούσε σήμερα ο Μαλρό, αντιμέτωπος με τις ογκώδεις μαθητικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία. Και μάλιστα ποιος Μαλρό, ο στρατευμένος αγωνιστής του Μεσοπολέμου ή ο αμετακίνητος υπουργός της ένδοξης τριακονταετίας και Ηρακλής του γκωλισμού; Στο πρόσωπο του στρατηγού, ο Μαλρό βρίσκει έναν ήρωα προς θαυμασμό, μακριά από την επαναστατική μυθολογία της νεότητάς του, έναν ήρωα τον οποίο θα ακολουθήσει στην εμμονή του, τη Γαλλία, και στον οποίο θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά
«Πώς γίνεται ο Μαλρό να ξέρει τόσα πράγματα;», διερωτήθηκε ο Ντε Γκωλ έπειτα από μία ξενάγηση, από τον ίδιο τον Μαλρό, σε μια έκθεση μεξικανικής τέχνης στο Petit Palais του Παρισιού το 1962. Πνευματικός άνθρωπος μιας άλλης εποχής, ο Μαλρό διέθετε πράγματι βαθιές γνώσεις για την τέχνη και τα γράμματα, τις οποίες επιτυχημένα συνδύασε με τη ζέση του ανθρώπου της δράσης.
Ηταν, όμως, σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος και εδώ βρίσκεται ίσως το κλειδί για την απάντηση στο τι θα έκανε – ή τι θα σκεφτόταν – για τις κινητοποιήσεις της γαλλικής νεολαίας του σήμερα. Με τη θεωρητική του σκευή και με την εμπειρία της στράτευσης σε κινήματα, ακόμη και στην ένοπλη δράση, δεν είναι παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι θα προσπαθούσε επίμονα να αποκρυπτογραφήσει τον χαρακτήρα των μαθητικών κινητοποιήσεων.
Αναγνωρίζοντας, έτσι, σε αυτές όχι μια συνολική, ενδεχομένως αντισυστημική, αμφισβήτηση των θεσμών της Ρεπουμπλίκ, αλλά την κόπωση, έως και ανεπάρκεια των τελευταίων, και τη γνησιότητα των κινήτρων της νεολαίας που βγαίνει στους δρόμους, διακρίνοντας κατά πάσα πιθανότητα ότι αυτά συνδέονται όχι με την αποδόμηση του συστήματος και την επανάσταση, όπως τον Μάη του ’68, αλλά με πολύ πιο απτές αγωνίες, με κυριότερη την επιμονή των ανισοτήτων, το διαγενεακό χάσμα και την αδυναμία σχεδιασμού, από μέρους των πολιτικών, ενός μέλλοντος που θα προσφέρει έστω και τις στοιχειώδεις εγγυήσεις αλληλεγγύης.
Και δεν θα ήταν αυθαίρετο να υποθέσει κανείς ότι ο Μαλρό, με τα βιώματα του παλιού ακτιβιστή που έγινε υπουργός, δεν θα περιοριζόταν στον αναστοχασμό των ελατηρίων των μαθητών και την ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αλλά θα αναζητούσε και διόδους επικοινωνίας μαζί τους, όπως θα διέβλεπε και τα όρια της δημοκρατικής συναίνεσης στην οποία οικοδομήθηκε – και εξακολουθεί να έχει ως θεμέλιο – η Γαλλία της Ε΄ Δημοκρατίας.
Ο Μαλρό βίωσε τον Μάη του ’68 από την κυβερνητική όχθη και ήταν παρών στην τεράστια διαδήλωση των γκωλικών της 30ής Μαΐου 1968, με την οποία πέφτει η αυλαία του θυελλώδους εκείνου μήνα. Σε μια συνέντευξή του στο γερμανικό ραδιόφωνο, λίγους μήνες μετά, ο Μαλρό δηλώνει ότι «πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πώς θα γίνει η επανάσταση του 20ού αιώνα και να καταλάβουμε ότι βρισκόμαστε σε έναν νέο πολιτισμό, ο οποίος δεν θα έχει την ίδια επανάσταση με τους πολιτισμούς που προηγήθηκαν». Προσθέτοντας ότι «για εμάς, τους γκωλικούς, η Πέμπτη Δημοκρατία δεν είναι κατάληξη, αλλά ένα τεράστιο προοίμιο, το μέσο που θα μας επιτρέψει να προσαρμόσουμε τη Γαλλία στις απαιτήσεις του 20ού αιώνα και, κατά μείζονα λόγο, του 21ου αιώνα».
Ο πολιτικός δεν έχει αποχωριστεί πλήρως τον στοχαστή και ο δημόσιος διανοούμενος είναι παρών στα λόγια του υπουργού Πολιτισμού. Τηρουμένων των αναλογιών, εύλογο είναι να υποτεθεί ότι ο Μαλρό, αν ζούσε σήμερα και κατείχε κυβερνητικό αξίωμα, θα προσπαθούσε να προσεγγίσει τις μαθητικές κινητοποιήσεις όχι σαν μεμονωμένο γεγονός, αλλά σαν έκφραση ενός γενικότερου αδιεξόδου, αν όχι και σαν απαίτηση αλλαγής πορείας της σημερινής Γαλλίας, παρόλο που η Πέμπτη Δημοκρατία έχει περάσει προ πολλού το στάδιο του προοιμίου.
Η διαπίστωσή του ότι τα νωπά ακόμη γεγονότα του Μάη του ’68 δεν είχαν κανέναν δαίμονα και ότι δεν τα χαρακτήριζε το μίσος, επομένως δεν είχαν πραγματικό επαναστατικό πάθος, θα διατηρούσε την ισχύ της και σήμερα. Κάτι που επιτρέπει την υπόθεση ότι, από πνευματική στάση από πολιτική πείρα, σε περιόδους αναταραχής και νηνεμίας, αλλά και με τα παλιά βιώματα της ενεργού στράτευσης, θα συντασσόταν με την πλευρά της καταλλαγής και όχι της καταστολής.
Κάθε υπόθεση έχει, βέβαια, τα όριά της. Και περισσότερο, ίσως, από όλες, εκείνη του τι θα σκεφτόταν ή θα έπραττε ο Μαλρό, αν ο ίδιος, ως δημόσιος διανοούμενος, παλιός αγωνιστής και ατυπικός πολιτικός, θα είχε θέση σήμερα σε ένα κυβερνητικό σχήμα, σε μια Δημοκρατία που δεν είναι πλέον προοίμιο, όπως σημείωνε κάποτε ο ίδιος.
Ο Δημήτρης Αντωνίου είναι διδάκτορας Ιστορίας και Πολιτισμών της Ανώτατης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού.