Φανερές βεβαιότητες, κρυφές ανησυχίες
Ετέθη δειλά – δειλά. Με μια επιφύλαξη και αυτή συγκρατημένη. Με έναν εσωτερικό δισταγμό και αυτόν σκηνοθετημένο. Από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, που ως κύριος ενδιαφερόμενος δεν θα μπορούσε ποτέ να αποφύγει τη συνάντηση με τη γραμμή του 25% του εκλογικού νόμου.
Τι θα συμβεί αν το κυβερνών κόμμα δεν υπερβεί αυτό το όριο, που μέσα στην τρέχουσα συμβατική πολιτική κατάσταση σταθερά θα επανέρχεται προς τις εκλογές, περίπου ως όριο ζωής και θανάτου για το πρώτο κόμμα; Αυτή η στιγμιαία αναφορά γίνεται όχι ως πιθανό ενδεχόμενο, αλλά ως κατασκευασμένη αφορμή για την απόκρουσή του. Εγκλωβισμένο φανερά στη βεβαιότητα της αυτοδυναμίας το κυβερνών κόμμα, δεν μπορεί παρά επιμελημένα να κρύβει τις ανησυχίες του.
Το σημερινό πολιτικό περιβάλλον επιτρέπει στα κυβερνητικά στελέχη να κρατούν ανοιχτές τις πύλες της φαντασίας προς την αυτοδυναμία. Με τη συνδρομή των δημοσκοπικών ενδείξεων που κουραστικά επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους, με τον κατακερματισμό στην αντιπολίτευση να τροφοδοτεί το επιχείρημα της απουσίας εναλλακτικής λύσης, με μια προπαγανδιστικού τύπου κυβερνητική γραμμή, ότι η ανάγκη μάς υπερβαίνει και η αποδοχή της έχει νομοτελειακή βαρύτητα στις αποφάσεις, μοιάζει εύκολη η επικράτηση της εικόνας, ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι εφικτός και συνεπώς η παρούσα εξουσία είναι η μόνη εκδοχή, περίπου ως αναγκαιότητα φιλοσοφικής τάξης.
Στην επιφάνεια των πραγμάτων, στην καθημερινή απόδοσή της ως επικαιρότητα, εκτοπίζονται μηχανικά η ανησυχία και ο φόβος του 25% και κερδίζεται εύκολα μια προσωρινή πολιτική ασφάλεια.
Κάτω από τις έντεχνα και επιδεικτικά καλλιεργημένες δημόσια αυτές κυβερνητικές βεβαιότητες, εργάζεται διαβρωτικά για την εξουσία η πραγματική ζωή. Οπως βιώνεται στην «πεζή» καθημερινότητα, από την οποία το κυβερνητικό σχήμα, προσανατολισμένο στη συντήρηση της εξουσίας του, ουσιαστικά απέχει. Η οκταετής διακυβέρνηση είναι πια εμπειρία για όλους. Και η εμπειρία δεν διαγράφεται. Κάτω από την εικόνα της κυβερνητικής αντοχής – ή και της κυριαρχίας λέει ένας άμετρος λόγος – έχει ήδη διαμορφωθεί και καθαρά αποκρυσταλλωθεί ο νέος συσχετισμός, που ήδη κλείνει πίσω του τον κύκλο που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2019 και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2023.
Η απόκρουση του 25% συνυπάρχει με την υποτίμηση των ευρωεκλογών. Οι ευρωεκλογές όρισαν το τέλος του κύκλου. Και την τελική τύχη του σημερινού κυβερνητικού σχήματος. Η εκλογική εκείνη κατάρρευση είναι μια ποιοτική μεταβολή στην εκλογική συμπεριφορά, που αντανακλά τις νέες απαιτήσεις του κοινωνικού σώματος, το οποίο έχοντας πλέον αφομοιώσει στον χρόνο το όριο των κυβερνητικών δυνατοτήτων, αποδοκιμάζει στην πρώτη προσφερόμενη εκείνη κάλπη το σχήμα στην εξουσία. Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν αδιατάρακτα ότι πολιτικά ζούμε στην ζώνη των ευρωεκλογών και, αν δεν συμβεί κάποιο θαύμα, αυτό θα επιβεβαιωθεί το βράδυ της αναμενόμενης πλέον κάλπης.
Εχουν χρόνο οι κυβερνητικοί να αφομοιώσουν την ανησυχία τους. Και συμφιλιωμένοι με την πραγματικότητα να σκεφθούν πιο καθαρά τον εαυτό τους, εν όψει της πολιτικής ανάγκης της ανασυγκρότησής τους που πλησιάζει. Αν το να βρεθούν σήμερα κάτω από το 25% μοιάζει βάσιμα εκτός πιθανοτήτων, η απόσταση από την αυτοδυναμία που θα καταγραφεί στην πρώτη κάλπη θα διαμορφώσει μια νέα συνθήκη. Αυτή η συνθήκη θα έχει μέσα της ένα βαρύ, απαιτητικό και προκλητικό αίτημα. Την ανάγκη να χτιστεί μια νέα αφετηρία εμπιστοσύνης. Προϋπόθεσή της η πολιτική ανασύνθεση. Η κάλπη θα οργανώσει την απαρχή της απάντησης σε αυτή την ανάγκη. Μια εποχή έχει πια οριστικά τελειώσει.
Ο Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας