World News

Βασίλης Παπαβασιλείου: Ένας καλλιτέχνης για όλες τις εποχές

Ta Nea 

Στον Θοδωρή Γκόνη

Υπάρχει στον χώρο της τέχνης, και ιδιαίτερα του θεάτρου, μια υψηλότατη φιλοδοξία (δεν είναι οι καταλληλότερες λέξεις οι δύο τελευταίες), βιογραφία ενός καλλιτέχνη, σκηνοθέτη ή ηθοποιού, να είναι το ίδιο του το έργο, σε βαθμό που τα πραγματικά βιογραφικά του στοιχεία να ακούγονται, προκειμένου να συνθέσει κανείς το πορτρέτο τους, σχεδόν συμπτωματικά ή και αδιάφορα. Αφορά συνήθως καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, ή ηθοποιούς, που αντιμετωπίζουν την παράσταση ως ένα αυτόνομο έργο τέχνης, προορισμένο να ζει ακόμη και όταν δεν θα υπάρχει κανείς που να το θυμάται. Ενα έργο ισότιμης διάρκειας με εκείνη που θα μπορούσε να διεκδικήσει ένα βιβλίο, ένα γλυπτό, ένας ζωγραφικός πίνακας, μια μουσική συμφωνία.

Από την άποψη αυτή θα συμπέραινε κανείς πως ο Βασίλης Παπαβασιλείου υπήρξε ο υποδειγματικότερος μαθητής και συνεχιστής μιας θεατρικής ιδεολογίας, όπως εγκαινιάστηκε και καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα – ξεκινώντας από τις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνοντας ως τις μέρες μας – από μια πλειάδα σκηνοθετών που, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Αλέξης Μινωτής «κατάγονταν από το πνεύμα». Κωνσταντίνος Χριστομάνος, Θωμάς Οικονόμου, Φώτος Πολίτης, με διαδόχους τους, τα μεταγενέστερα χρόνια, τον Δημήτρη Ροντήρη, τον Κάρολο Κουν, τον Αλέξη Μινωτή, τον Σωκράτη Καραντινό, τον Τάκη Μουζενίδη, τον Αλέξη Σολομό, τον Μίνω Βολανάκη, τον Σπύρο Α. Ευαγγελάτο, τον Βασίλη Παπαβασιλείου, που με ένα πλήθος θεωρητικών τους κειμένων – οι περισσότεροι τουλάχιστον – αλλά κυρίως με τις σκηνοθεσίες τους – δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε μόνον ως εφήμερη να μη λογαριάζεται η τέχνη του θεάτρου. Με τον Μινωτή, μάλιστα, να έχει ισχυροποιήσει την πεποίθησή του αυτή καταφεύγοντας σε ένα σχετικά άγνωστο περιστατικό. Στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο που, όταν από αδεξιότητα του υπηρέτη του, πήρε φωτιά και κάηκε ένα πριν από λίγη ώρα ολοκληρωμένο ζωγραφικό του έργο, παρηγορήθηκε με τη σκέψη πως, αφού το έργο είχε υπάρξει τελειωμένο, έστω και για λίγα λεπτά, τίποτε δεν μπορούσε πια να τα απειλήσει.

Προλογίζοντας ο Παπαβασιλείου το βιβλίο του «Το δύσκολο ανάμεσα» (μια σειρά είκοσι «δημοσιογραφικών» κειμένων που εκδόθηκε στα 2006) γράφει: «Η πραγματικότητα, επειδή είναι πολύ σκληρή, ντρέπεται. Ναι, ντρέπεται, και αυτό από καταβολής κόσμου. Ετσι, λοιπόν, ανακάλυψε τις μάσκες, για να μπορεί να τις φορά και να κυκλοφορεί ανενόχλητη και απαρατήρητη ανάμεσά μας, και μέσα μας». Οσο κι αν αυτόνομα θεωρημένη μπορεί να λογαριαστεί ως μια παρατήρηση σκέτο «χρυσάφι», αντιλαμβάνεται κανείς την πολλαπλάσια σημασία της με το να μεταβάλλεται σε ένα «πλοηγό», καθώς μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που οποιοδήποτε έργο κι αν ανέβαζε (αρχαία τραγωδία, κλασική κωμωδία, σύγχρονο δράμα), το κυριότερο μέλημά του ήταν η μελέτη της εποχής όπου είχε γραφεί το έργο, ώστε οποιοδήποτε, σκηνοθετικά ή υποκριτικά, καινούργιο ρούχο αποφάσιζε να του «φορέσει», να αναδεικνύει τελικά τη διαχρονία του. Είτε επρόκειτο για την «Ελένη» του Ευριπίδη είτε για το «Καυγάδες στην Κότζια» του Γκολντόνι, είναι από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που όσο τολμηρά και αν «καρυκευόταν» το πήδημα από την εποχή όπου είχαν γραφεί τα συγκεκριμένα έργα ως τη δική μας, αδιάσπαστη να παραμένει η συνέχεια ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα», σε βαθμό που θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για έναν καλλιτεχνικό «εξορθολογισμό».

Περισσότερο από «έναν άνθρωπο για όλες τις εποχές», θα τον χαρακτήριζες ως «έναν καλλιτέχνη για όλες τις εποχές», καθώς η «λοξή ματιά» του μπορούσε να εκφράζεται καίρια και αποφασιστικά είτε σκηνοθετούσε το έργο του Γιώργου Μανιώτη «Χορεύει η Κρυστάλλω μάμπο» είτε διατυπώνοντας μια εκτίμησή του που, χωρίς ίχνος καταγγελίας, «συνοψίζει» θα έλεγες την εξέλιξη της ανθρωπότητας, σ’ όλα τα επίπεδα, από τα μέσα του 20ού αιώνα ως σήμερα – και κατά πώς φαίνεται έως συντελείας του κόσμου: «Η πραγματικότητα καταπολεμιέται με πολλούς τρόπους. Το ισχυρότερο αντίδοτο γι’ αυτήν ακούει στο όνομα επικοινωνία ή ενημέρωση».

Με οποιονδήποτε τρόπο κι αν «διάβαζε» ο ίδιος την πραγματικότητα, ο τελικός αποδέκτης παρέμενε το θέατρο καθώς, όπως έγραφε: «Δεν υπάρχει σοβαρός ποδοσφαιριστής, μουσικός ή ηθοποιός, που να αγνοεί ότι η αξία του είναι συνάρτηση της αξίας των συμπαικτών του». Ή «πατρίδα του αυθεντικού καλλιτέχνη δεν είναι η γλώσσα, δεν είναι τα πράγματα, είναι ο πόνος της γλώσσας και των πραγμάτων». Ηταν τόσος ο καημός της διαχρονίας για ό,τι έκανε, ακόμα και για ό,τι έλεγε, ώστε δεν του οφείλουμε μόνον τον αποφθεγματικό τόνο σε όσα έγραφε αλλά και μια γενικότερα ηθική θα τη χαρακτήριζε κανείς «στάση ζωής». Καυστικά επικριτικός, όταν χρειαζόταν, δεν συνόδευε ποτέ τα καταγγελλόμενα «κακώς κείμενα» με τη μνεία συγκεκριμένων ονομάτων, όχι γιατί φοβόταν, αλλά γιατί πίστευε πως αν το έκανε, θα ήταν σαν τα «κακώς κείμενα» θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε «καλώς κείμενα», όταν τα πρόσωπα που τα χρεώνονταν θα είχαν παύσει να υπάρχουν.

Ενας καλλιτέχνης που όσο κοντά του κι αν τον αισθανόταν κανείς, ο ίδιος οριοθετούσε με τόση – κάθε άλλο παρά αντιληπτή – αυστηρότητα τον χώρο του, ώστε η μοναξιά του να παραμένει το κατ’ εξοχήν ζητούμενο, αφού, ακόμη και στο θέατρο που προϋποθέτει πάντα έναν μικρό ή μεγάλο αριθμό ανθρώπων προκειμένου να υπάρξει, τελικά ο καθένας επιβάλλεται να λογαριαστεί μόνος του «ενώπιος ενωπίω». Χωρίς να υποτιμά τον συνομιλητή του, ή να μην τον ακούει προσεκτικά, κατόρθωνε, αν και απροκάλυπτα μονολογούσε, να εντάσσεται φυσιολογικά σε μιαν ατμόσφαιρα που θα έλεγες ότι η έννοια του διαλόγου πραγματοποιούνταν στην ιδεωδέστερή της εκδοχή.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία για έναν καλλιτέχνη, ακόμα κι αν έχει χρηματίσει διευθυντικό στέλεχος σε καλλιτεχνικούς οργανισμούς, όπως τα ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας και Σερρών ή του ΚΘΒΕ, το βιογραφικό του να μοιάζει πως φιλοξενεί τις ιδιότητές του αυτές σχεδόν καταχρηστικά. Καθώς σήμερα αν θυμόμαστε τις παραστάσεις του είτε πρόκειται, δειγματοληπτικά πάντα, για το «Καφενείο» του Γκολντόνι, τον «Θρίαμβο του έρωτα» του Μαριβό, το «Ζουβέ – Ελβίρα» της Μπριζίτ Ζακ, είτε για το «Πίστη, αγάπη, ελπίδα» του Χόρβατ και το «Relax Minotis» του ίδιου του Παπαβασιλείου, είναι γι’ αυτές καθ’ εαυτές τις παραστάσεις, όπως έχουν καταχωρισθεί ανεξίτηλα μέσα μας, και όχι βέβαια για τις «στέγες» που τις φιλοξένησαν.

Читайте на сайте