Γουίλεμ Νταφόε στα «ΝΕΑ»: «Με ενδιαφέρει να μάθω ποιο είναι το τίμημα της εξουσίας»
Οταν σε ένα διάλειμμα από τα γυρίσματα της ταινίας «Το πάρτι γενεθλίων» (The Birthday Party) στη χώρα μας ο Γουίλεμ Νταφόε εμφανίστηκε στο λόμπι του ξενοδοχείου St George Lycabettus προκειμένου να μιλήσει με ορισμένους δημοσιογράφους, το πρώτο πράγμα που τον θυμάμαι να κάνει είναι να χαιρετά τους παρευρισκόμενους, έναν έναν διά χειραψίας, λέγοντας «θα τα πούμε σε λίγο» (μετά το πρωινό).
Η ευγένεια ήταν πάντα ένα από τα πολύ χαρακτηριστικά στοιχεία του Γουίλεμ Νταφόε και το θυμάμαι καλά γιατί αυτή θα πρέπει να είναι η όγδοη συνέντευξή μου μαζί του σε διάφορα σημεία του κόσμου και με αφορμή διάφορες ταινίες. Λίγο αργότερα, όταν ήρθε η δική μου σειρά μαζί του, αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που του είπα. Ο Νταφόε δεν είπε κάτι αλλά γέλασε στην αναφορά του «Spider-Man» του Σαμ Ράιμι, πίσω στο 2002 που ήταν η πρώτη μας συνάντηση στο Λος Αντζελες, με τελευταία εκείνη για την ταινία «Inside» του Βασίλη Κατσούπη το 2023 στην Αθήνα. «Περνούν τα χρόνια αλλά εξακολουθούμε να είμαστε εδώ…» μουρμούρισε χαμογελαστός.
Οπως συμβαίνει με όλους τους συντελεστές μιας ταινίας που γυρίζεται και δεν έχει ολοκληρωθεί, έτσι και στην περίπτωση του «Πάρτι γενεθλίων» και του Γουίλεμ Νταφόε, νιώθω κάπως αμήχανα ως προς το τι θα μπορούσα να τον ρωτήσω. Του το είπα. «Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια» απάντησε. «Οι ηθοποιοί δυσκολεύονται να μιλήσουν για κάτι στο οποίο εμπλέκονται αλλά που δεν έχει ακόμα τελειώσει – και εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση. Ωστόσο, το βαρύ φορτίο της ταινίας, έχει ουσιαστικά τελειώσει. Απομένουν κάποια γυρίσματα, θα πρέπει φυσικά να προστεθεί η μουσική και μετά το μοντάζ. Ομως πάνω-κάτω ξέρω πολύ καλά τι έχω κάνει και μπορώ να πω ότι νιώθω ικανοποιημένος».
Η ιστορία της ταινίας «Πάρτι γενεθλίων», που σκηνοθέτησε ο Ισπανός Μιγκέλ Ανχελ Χιμένεθ, θέλει τον Νταφόε στον ρόλο ενός εφοπλιστή ονόματι Μάρκος Τιμολέων ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε ένα ιδιωτικό νησί στο Ιόνιο Πέλαγος, παραχωρεί ένα πολυτελέστατο πάρτι γενεθλίων για τη Σοφία (Βικ Κάρμεν Σόνε), τη μοναχοκόρη και κληρονόμο του. Για το γεγονός προσέρχονται φίλοι, συνεργάτες και παλιοί γνώριμοι, πολλοί από τους οποίους βλέπουν την περίσταση ως την ιδανική ευκαιρία να πλησιάσουν τον Μάρκο και να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Συνηθισμένος να ελέγχει αμείλικτα τους πάντες και τα πάντα γύρω του, ο Μάρκος έχει καταστρώσει κρυφά ένα σχέδιο: να πάρει μια καθοριστική απόφαση για το μέλλον της κόρης του, χωρίς τη συγκατάθεσή της…
Πρόσωπα εξουσίας
Ρώτησα τον Γουίλεμ Νταφόε αν η ταινία, της οποίας το σενάριο είναι βασισμένο στο γνωστό ομότιτλο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα), έχει για εκείνον σχέση με τη γενικότερη έννοια της εξουσίας. «Σε ένα γενικότερο πλαίσιο απολύτως» απάντησε ο ηθοποιός. «Αυτή η ταινία, κατά κάποιον τρόπο, έχει τα στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Τι κινητοποιεί έναν τέτοιον άνθρωπο ώστε να δημιουργήσει μια ζωή που μπορεί ανά πάσα στιγμή να έρθει τούμπα και να τον ρίξει κάτω. Είναι ένας πανίσχυρος άνθρωπος, εξαιρετικά δυνατός, όλοι τον θαυμάζουν, όλοι τον σέβονται, όλοι υποκλίνονται μπροστά του. Αλλά το ερώτημα παραμένει: πώς βρέθηκε σε αυτό το σημείο; Και βέβαια υπάρχει το τίμημα. Ποιο είναι το τίμημα που πρέπει κάποιος να πληρώσει, προκειμένου να κερδίσει τη δόξα και την επιτυχία; Ποιο είναι, τελικά, το τίμημα της εξουσίας;». Ο Νταφόε επισημαίνει ότι «όλες αυτές οι πράξεις του Τιμολέοντος μπορείς να πεις ότι προέρχονται από την ανάγκη του να προσφέρει αγάπη και ασφάλεια στην οικογένειά του. Ομως έχει χάσει κάπως τον έλεγχο, δεν μπορεί να ελέγξει σωστά τις ισορροπίες. Και μου αρέσει αυτή η συνθήκη διότι ως ηθοποιός βρίσκω πολλές προοπτικές για τον ήρωα και πώς θα τον αποδώσω».
Είπα στον Νταφόε ότι ενώ μιλούσε αναπτύσσοντας αυτές τις σκέψεις, μου έφερε στο μυαλό… εκείνον τον ίδιο, καθώς ως άνθρωπος του χώρου, με όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκεται στο επάγγελμα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, είναι, με έναν τρόπο, ο ίδιος πρόσωπο εξουσίας. «Αυτό που λέτε είναι σχετικό» απάντησε γελώντας. «Απλώς αγαπώ αυτό που κάνω. Αυτός ο χαρακτήρας που υποδύομαι είναι γεννημένος για την εξουσία, εγώ όχι. Μπορεί ο φόβος να παίζει κάποιο ρόλο στη δική μου περίπτωση όμως κατά βάθος, όλα που με αφορούν στηρίζονται στην αγάπη. Οπως και στην τύχη. Αγαπώ πολύ αυτό που κάνω αλλά και έχω υπάρξει αρκετά τυχερός ώστε να το κάνω έτσι όπως θέλω να το κάνω, μέσα στα δικά μου πλαίσια επαγγελματισμού και ηθικής. Το γεγονός ότι πολλές φορές ο κόσμος ανταποκρίνεται με θετικό τρόπο απέναντι στη δουλειά μου, με κάνει ακόμα πιο ευτυχισμένο. Ομως στ’ αλήθεια δεν θέλησα ποτέ να γίνω πρόσωπο εξουσίας, δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Το μόνο για το οποίο ενδιαφερόμουν πάντα, είναι να είμαι ευτυχισμένος και χρήσιμος».
Πάνω από 150 ρόλοι
Στις αρκετές φορές που τον έχω συναντήσει, ο Γουίλεμ Νταφόε μιλάει πάντα με βαθύ σεβασμό για τη δουλειά και κυρίως για τους συνεργάτες του. Το πρώτο κινηματογραφικό βήμα του έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στην «Πύλη της Δύσης» του Μάικλ Τσιμίνο ο οποίος τον απέλυσε. Σήμερα, ο Νταφόε μετρά πάνω από 150 ήρωες στον κινηματογράφο και την τηλεόραση – χώρια το θέατρο – και αρκετοί ρόλοι του έχουν προκαλέσει αίσθηση. Ανάμεσά τους ο Ιησούς Χριστός στον «Τελευταίο πειρασμό» του Μάρτιν Σκορσέζε, ο ηθικός λοχίας Ελίας στο «Πλατούν» του Ολιβερ Στόουν (πρώτη υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ ρόλου), ο τερατώδης Μαξ Σρεκ / Νοσφεράτου στη «Σκιά του βρικόλακα» του Ελίας Μερχίτζ (δεύτερη υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ ρόλου), ο ιδεολόγος πράκτορας του FBI στο «Ο Μισισιπής καίγεται» του Αλαν Πάρκερ και ο καλοσυνάτος υπεύθυνος της πολυκατοικίας στο «The Florida Project» (τρίτη υποψηφιότητα για το Οσκαρ Β’ ρόλου). Για τον ρόλο του ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ στην «Πύλη της αιωνιότητας» του Τζούλιαν Σνάμπελ, ο Νταφόε το 2018 υπήρξε υποψήφιος για το Οσκαρ Α’ ρόλου και το ενδιαφέρον είναι ότι η γκάμα του δεν περιορίζεται σε αυστηρά art ταινίες αλλά και σε μεγάλου κοινού «ποπ κορν» ταινίες, όπως η ταινία «Spider-Man No way home» όπου επαναλαμβάνει τον ρόλο του Green Goblin που πρωτόπαιξε το 2002 στο «Spider-Man».
«Μου αρέσει το απρόβλεπτο του θεάτρου»
Ανέφερα επίσης στον ηθοποιό ότι πολλά χρόνια στο παρελθόν είχα την τύχη να τον δω στο θέατρο, στη Νέα Υόρκη, στον «Αυτοκράτορα Τζόουνς», σε μια αβανγκάρντ παράσταση του έργου του Ευγένιου Ο’ Νιλ την οποία σκηνοθέτησε ο ίδιος με τον θρυλικό θίασο Wooster Group. Τον ρώτησα αν ο ίδιος νιώθει ότι οι δεσμοί του με το θέατρο σήμερα είναι το ίδιο ισχυροί με εκείνους παλαιότερων εποχών όταν η αφοσίωσή του σε αυτό το μέσον ήταν ίσως πιο έντονη.
«Εξακολουθώ να κάνω θέατρο, ίσως όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελα, αλλά αυτή τη στιγμή είμαι ο καλλιτεχνικός διευθυντής στην Biennale (σ.σ.: εννοεί το Biennale Teatro, το θεατρικό τμήμα της Μπιενάλε Βενετίας) και αυτό με φέρνει σε μεγαλύτερη επαφή με τα πράγματα. Φέτος θα κάνω κάτι μικρό, κάτι προσωπικό, αλλά του χρόνου σκοπεύω να κάνω κάτι πολύ μεγάλο, φιλόδοξο για την Biennale. Ομως ήμουν με τον θίασο Wooster Group για χρόνια και ήταν πραγματικά ένα γκρουπ, ένα lifestyle, ένας τρόπος ζωής.Απ’ τη στιγμή που ο κινηματογράφος μπήκε τόσο έντονα στη ζωή μου οι περισσότερες προτάσεις που δέχομαι είναι πιο εμπορικές, ίσως επειδή η εντύπωση που επικρατεί είναι ότι ακόμα και ένα μικρό project μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη εγκυρότητα με κινηματογραφικούς ηθοποιούς. Δημιουργικά όμως δεν είναι και τόσο εύκολο να γίνει οπότε δυσκολεύεσαι να βρεις ενδιαφέρον νέο υλικό και επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι γνώμονάς μου είναι ο συγκεκριμένος θεατρικός χώρος από τον οποίο προέρχομαι, η performance, αυτή είναι η προτεραιότητά μου. Υπάρχουν ακόμα σπουδαίοι εκπρόσωποι αυτού του χώρου, ο Μπομπ Γουίλσον (η συνέντευξη πάρθηκε πριν από τον θάνατο του Γουίλσον), ο Καστελούτσι, η Αμπράμοβιτς. Και όλη αυτή η διαδικασία εξακολουθεί να μου αρέσει, μου αρέσει να ξυπνώ το πρωί και να σκέφτομαι την performance που πρόκειται να δώσω το βράδυ. Αυτή η αίσθηση του απρόβλεπτου, του να δημιουργείς κάτι κάθε μέρα από το μηδέν, γιατί αυτό είναι μια θεατρική παράσταση, με αναζωογονεί».