World News in Greek

Η διαρκής απάτη

Ta Nea 

Εχω την εντύπωση ότι η χώρα ζει κάτω από το βάρος μιας παρατεταμένης ψευδαίσθησης. Μιας ψευδαίσθησης δικομματισμού.

Προφανώς πρόκειται για ψευδαίσθηση. Ο δικομματισμός στην εκδοχή της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας που γνωρίζαμε έχει καταλυθεί στην κάλπη από τον Μάιο 2012 και ουδέποτε αποκαταστάθηκε πραγματικά, ούτε έχουμε σήμερα τέτοια δείγματα στον ορίζοντα.

Η πολιτική τάξη όμως σε αυτόν συνεχώς αναφέρεται κι όσο δεν τον βλέπει στην πράξη ή δεν τον ψηλαφεί στα γεγονότα, τόσο προσβλέπει στην αποκατάστασή του.

Κακά τα ψέματα, είναι το ομολογημένο ή ανομολόγητο μοντέλο της.

Δεν τους κατηγορώ. Ετσι έμαθαν για σχεδόν τριάντα χρόνια (1981-2012), με αυτόν γαλουχήθηκαν, αυτός εξέθρεψε νοοτροπίες και μοντέλα πολιτικής συμπεριφοράς.

Αλλωστε το δικομματικό στοιχείο αποτελούσε παραδοσιακά πυλώνα της δημοκρατικής λειτουργίας μας από την εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη. Δεν εφευρέθηκε τυχαία μετά τη Μεταπολίτευση.

Ούτε αυτό όμως είναι ανεξήγητο. Το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα λειτούργησε ως μοντέλο αναφοράς για πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες από τον 19ο αιώνα. Εφτασε να θεωρείται σχεδόν συνώνυμο της δημοκρατίας.

Λογικό. Προσέφερε τα δύο στοιχεία που επιζητούν όλες οι ευνομούμενες δημοκρατικές πολιτείες: σταθερότητα και εναλλαγή.

Τώρα κλονίζεται ακόμη και στο ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο. Ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής στις νέες συνθήκες κι έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Την ίδια στιγμή μάλιστα που άλλα πολυκομματικά συστήματα τα οποία τον συναγωνίζονταν ή αναδείχθηκαν στη διάρκεια των χρόνων επιδεικνύουν πολύ μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα.

Μια αναγκαία διευκρίνιση. Ο δικομματισμός δεν είναι απλώς το άθροισμα δύο ισχυρών και πολυσυλλεκτικών κομμάτων. Προϋποθέτει σχεδόν μια μονοπώληση του πολιτικού πεδίου.

Δεν μιλάμε δηλαδή μόνο για δύο καβγατζήδες.

Αλλά για δύο παρατάξεις με ιστορικό βάθος, συγκροτημένες αρχές, πελατειακά δίκτυα που ενίοτε επικαλύπτονται, πρόσωπα αναφοράς, εμπειρία και νοοτροπία διαχείρισης, ανταγωνιστική προοπτική εξουσίας. Είναι οι αχώνευτοι δίδυμοι αδελφοί.

Κάτι σαν τον Ντεπαρντιέ και τον Ντε Νίρο στο «1900» του Μπερτολούτσι. Αυτόν τον δικομματισμό ξεχάστε τον. Κι ας επιβιώνει στον χώρο της φαντασίωσης.

Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, συγκρίνει διαρκώς την πορεία και τις επιδόσεις του με το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ΄80 και του ΄90. Παρόλο που το μόνο κοινό στοιχείο με εκείνο το ΠΑΣΟΚ είναι το όνομα και οι φωτογραφίες των αρχηγών.

Αλλά η σύγκριση επιμένει. Οταν όμως το ΠΑΣΟΚ λέει ότι θα βγει πρώτο «έστω με μία ψήφο διαφορά από τη ΝΔ», υπονοεί ότι το παιχνίδι παίζεται μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Αναφέρεται δηλαδή σε ένα σύστημα που δεν υπάρχει πια.

Παρ’ όλα αυτά, όλοι πασχίζουν να οικειοποιηθούν τα παλιά ρούχα, ακόμη κι όταν η σύγκριση αγγίζει τα όρια της αστείας παντομίμας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τσίπρα με το παλιό ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ή όταν ο Σαμαράς μιλάει για το «ήθος της παράταξης». Παρόλο που δεν είναι σαφές το ήθος των Κενταύρων και των Ρέιντζερς που πλάκωναν τον κόσμο την εποχή του Αβέρωφ.

Προφανώς ο παλαιός δικομματισμός είχε και τις σκοτεινές πτυχές του. Δεν συγκρούονταν τάγματα αγγέλων.

Μόνο που εκείνος ο δικομματισμός κληροδότησε στους σημερινούς όχι τα προτερήματα που ασφαλώς είχε, αλλά τα χειρότερα ελαττώματά του. Την αναίτια πόλωση, την υπερβολή στη ρητορική, τον συγκρουσιακό χαρακτήρα και την αδυναμία συνεννόησης όλων με όλους.

Ετσι το πολιτικό σύστημα πέρασε σε μια φάση «μεταδικομματισμού» κουβαλώντας τα ελαττώματα του δικομματισμού αλλά χωρίς να έχει διερευνήσει εναλλακτικούς μηχανισμούς λειτουργίας ή επιβίωσης σε νέες καταστάσεις.

Σε απλά ελληνικά, αυτό αποτελεί μια τυπική περιγραφή αδιεξόδου.

Κανείς δεν συμφωνεί με κανέναν κι όλοι είναι εναντίον όλων. Ακόμη κι η Καρυστιανού δηλώνει ότι θα πάρει πλειοψηφία και δεν χρειάζεται να κυβερνήσει με παρέα!

Ετσι λοιπόν ένα ολόκληρο κομματικό σύστημα υποδύεται τα σκέλη του δικομματισμού σε έναν δικομματισμό που δεν υπάρχει πια.

Εκεί πια σταματάει η καλοπροαίρετη ψευδαίσθηση ή η καλοκάγαθη παρανόηση και μεταβάλλεται σε κακοστημένη απάτη. Η οποία για να διαιωνίζεται και να αναπαράγεται προφανώς εξυπηρετεί κάποιους κι όχι απαραιτήτως καλοπροαίρετα.

Στον παλαιό δικομματισμό, για παράδειγμα, κάθε παράταξη που τον συγκροτούσε αποτελούσε και αυτοτελή πρόταση εξουσίας.

Θα ψήφιζες ΝΔ για να σε κυβερνήσει η ΝΔ. Θα ψήφιζες ΠΑΣΟΚ για να σε κυβερνήσει το ΠΑΣΟΚ. Οι ειδικοί έλεγαν μάλιστα πως τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τις εκλογές τα δύο μεγάλα κόμματα έθεταν ωμά και πειστικά το λεγόμενο «δίλημμα διακυβέρνησης». «Διαλέξτε ποιος θέλετε να σας κυβερνήσει, εμείς ή αυτοί».

Τώρα; Μυστήριο. Αν εξαιρέσεις μια πρόταση εξουσίας της ΝΔ υπό την προϋπόθεση ότι θα πάρει αυτοδυναμία, τα υπόλοιπα είναι τουρλουμπούκι.

Ακούς για «προοδευτικές κυβερνήσεις» ή «προοδευτικές πλειοψηφίες» και άλλα συναφή χωρίς να αναφέρεται ποιοι και πώς θα τις συγκροτήσουν. Ευλόγως, η πρώτη αντίδραση είναι να βάλεις το χέρι στην τσέπη για να τσεκάρεις το πορτοφόλι σου. Καμία έκπληξη, όμως. Η έλλειψη ουσιαστικού διλήμματος αδυνατίζει εκ των πραγμάτων ένα φαινομενικό «δίλημμα διακυβέρνησης», το οποίο ουδείς γνωρίζει.

Είναι αυτό το κενό που δεν παίρνει υπόψη του ο Β. Βενιζέλος όταν μιλάει για «χώρα που έχει καταστεί μη διακυβερνήσιμη» ή οι διάφοροι τερατολόγοι των «κυβερνήσεων ειδικού σκοπού».

Αυτά τα πράγματα πάνε μαζί και το ένα συνεπάγεται το άλλο. «Να φύγει ο Μητσοτάκης!» δεν είναι εκλογικό δίλημμα. Είναι απλώς προτροπή που όποιος θέλει ακούει κι όταν θέλει την παίρνει υπόψη του.

Η διαρκής απάτη λοιπόν σε αυτό ακριβώς συνίσταται. Να μεταμφιέσεις μια προτροπή σε πολιτικό ζητούμενο. Και να προσποιείσαι ότι τα υπόλοιπα θα τα λύσουν ως διά μαγείας οι αυτοματισμοί ενός δικομματικού συστήματος που δεν υπάρχει πια.

Читайте на сайте