World News in Greek

Η σκιά του Τόνι Μπλερ στα πολιτικά τεκταινόμενα της Βρετανίας

Ta Nea 

Σε καμία άλλη δυτική δημοκρατία η πτώση από την εξουσία δεν είναι τόσο ολοκληρωτική όσο στη Βρετανία. Για παράδειγμα, ο αμερικανός πρόεδρος αποσύρεται σε μια βιβλιοθήκη που φέρει το όνομά του και σε μια καλοπληρωμένη ζωή διαλέξεων. Ο βρετανός πρωθυπουργός, αντιθέτως, την επομένη της ήττας του είναι ένας απλός βουλευτής, ένας ιδιώτης που οφείλει να ανακαλύψει εκ νέου πώς κλείνει κανείς ραντεβού χωρίς γραμματέα. Η σκληρότητα αυτής της πτώσης έχει διαμορφώσει μια παράδοση συγκεκριμένης συμπεριφοράς.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Τσώρτσιλ αναχώρησε για την Κυανή Ακτή και το κότερο του Ωνάση. Ο διάδοχός του, Μακμίλαν, θάφτηκε για μια ολόκληρη δεκαετία στα εξάτομα απομνημονεύματά του, ένα έργο που συνιστάται ανεπιφύλακτα σε όσους υποφέρουν από αϋπνία. Η Σιδηρά Κυρία εξακολούθησε βεβαίως να μιλάει για την πολιτική με την αμείωτη ορμή που τη χαρακτήριζε, μόνο που πλέον μιλούσε σε δείπνα και σε φιλόξενα εξοχικά της αγγλικής και της σκωτικής επαρχίας, εκεί όπου η γνώμη ενός παλαίμαχου ηγέτη ευχαριστεί τους συνδαιτυμόνες χωρίς να ενοχλεί κανέναν – οι ελάχιστες εξαιρέσεις απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Ο σερ Τόνι Μπλερ, πάλαι ποτέ αρχηγέτης των Εργατικών, αρνήθηκε να υπακούσει σε αυτή τη σύμβαση. Αντίθετα, κατόρθωσε να παρατείνει τη θητεία του με άλλα μέσα, ιδρύοντας έναν θηριώδη πολυεθνικό οργανισμό, το Tony Blair Institute, που σήμερα απασχολεί περισσότερους από χίλιους υπαλλήλους, διαχειρίζεται ετησίως άνω των εκατόν εξήντα εκατομμυρίων δολαρίων και προσφέρει τις υπηρεσίες του σε κυβερνήσεις σαράντα και πλέον χωρών, από τη Σαουδική Αραβία και το Αζερμπαϊτζάν μέχρι, προσφάτως, την επιτροπή που ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Γάζας. Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν ο Μπλερ δεν είχε επιλέξει την περασμένη εβδομάδα να επιστρέψει, θορυβωδώς και ανεπιθύμητα, στο προσκήνιο της βρετανικής πολιτικής.

Η στιγμή που διάλεξε μαρτυρά το πολιτικό του ένστικτο. Ο νυν πρωθυπουργός Στάρμερ, δύο μόλις χρόνια ύστερα από μια εκλογική νίκη που έμοιαζε θριαμβευτική, παρακολουθεί τη δημοτικότητά του να καταρρέει, ακούει δεκάδες βουλευτές του να ζητούν την κεφαλή του, βλέπει τον δελφίνο υπουργό Υγείας του να παραιτείται και τον δήμαρχο του Μάντσεστερ, Αντι Μπέρναμ, να ετοιμάζεται απροκάλυπτα για τη διαδοχή με τη λαϊκή βάση του κόμματος στο πλευρό του. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα παραλυτικής κατάρρευσης, ο Μπλερ δημοσίευσε ένα κείμενο 5.600 λέξεων υπό τον τίτλο «Το Εργατικό Κόμμα παίζει με τη φωτιά – και με το μέλλον της χώρας».

Η ιδιοφυΐα του δοκιμίου έγκειται στο ότι καταφέρνει να προσβάλει δύο αντίπαλα στρατόπεδα με την ίδια κίνηση. Προειδοποιεί τους εσωκομματικούς συνωμότες ότι η ανατροπή του πρωθυπουργού για χάρη μιας διαμάχης προσωπικοτήτων θα οδηγήσει εν τέλει στην απώλεια της εξουσίας, και ταυτοχρόνως καταλογίζει στον ίδιο τον πρωθυπουργό παντελή έλλειψη σχεδίου. Η θεραπεία που συνταγογραφεί φέρει την ανεξίτηλη υπογραφή του δημιουργού του Νέου Εργατικού Κόμματος: inter alia, προτίμηση της φθηνής έναντι της καθαρής ενέργειας, ριζική απελευθέρωση του πολεοδομικού συστήματος για ανέγερση εκατοντάδων χιλιάδων νέων κατοικιών προς καταπολέμηση της στεγαστικής κρίσης, περιορισμός των κοινωνικών δαπανών, ταχύτατη υιοθέτηση και εφαρμογή των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης.

Οι αντιδράσεις δεν άργησαν. Στη συντηρητική παράταξη ορισμένοι παρατήρησαν με ευχαρίστηση ότι ο Μπλερ περιγράφει με ακρίβεια την κυβέρνηση την οποία οι ίδιοι καταπολεμούν, ενώ στα συνδικάτα και στον κύκλο των αριστερών διανοουμένων των Εργατικών η πραγματεία διαβάστηκε ως κατά μέτωπο επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και στην πράσινη μετάβαση. Οι διάφοροι διεκδικητές της ηγεσίας βρέθηκαν στην πιο αμήχανη θέση, ανίκανοι να συνταχθούν ανοιχτά με τον άνθρωπο που τους δίδαξε πώς κερδίζονται οι εκλογές, εξίσου ανίκανοι όμως να τον αγνοήσουν. Αλλοι, με κάποιο δίκιο, παρατήρησαν πως ο πραγματισμός της παρέμβασης Μπλερ αναιρεί σε μεγάλο βαθμό την ίδια του την πολιτική κληρονομιά εφόσον μία σειρά προτάσεων (σκληρότερη αντιμετώπιση της μετανάστευσης, εξόρυξη πετρελαίου, περικοπή επιδομάτων) έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα κυβερνητικά πεπραγμένα της περιόδου 1997 – 2007.

Σε ένα έτερο επίπεδο, η περίπτωση Μπλερ υπερβαίνει τα στενά όρια της βρετανικής συγκυρίας και θέτει ένα ερώτημα για τη φύση της εξουσίας στις σύγχρονες δημοκρατίες, για το αν δηλαδή η επιρροή ενός πολιτικού είναι κάτι που του παραχωρείται προσωρινά μαζί με το αξίωμα και του αφαιρείται παραχρήμα μαζί με αυτό, ή αποτελεί πλέον κάτι που μπορεί, με την κατάλληλη πρόνοια και τους κατάλληλους πόρους, να αποκτήσει υπόσταση αυτόνομη και διαρκή. Στην Παλαιά Ευρώπη η ιστορική σύμβαση θέλει τον πολιτικό που αποχωρεί να σιωπά, καθώς η ετυμηγορία των πολιτών συνιστά και μια εντολή απόσυρσης. Η νεότερη εποχή, με τα διεθνή ιδρύματα και τις υπερεθνικές δεξαμενές σκέψης, προσφέρει στον φιλόδοξο παλαίμαχο μια διέξοδο από αυτή τη λήθη. Αν τούτο αποτελεί κέρδος για τον δημόσιο βίο, εμπλουτίζοντάς τον με την πείρα όσων κυβέρνησαν, ή αντιθέτως μια λεπτή νόθευση της δημοκρατικής λογικής, που θέλει την εξουσία να επιστρέφει ακέραιη στους πολίτες κάθε φορά που εκείνοι την ανακαλούν, είναι ζήτημα που δεν επιδέχεται εύκολη απάντηση. Σε εκείνους πάντως που παρακολουθούν τα πράγματα από κάποια απόσταση, και που η ιστορική τους μνήμη τους έχει διδάξει πόσο δύσκολα αποχωρίζεται την εξουσία όποιος τη γεύτηκε, η φιγούρα του ακαταπόνητου αυτού εβδομήντα τριών ετών συμβούλου των ισχυρών προσφέρει υλικό για στοχασμό αρκετά πέρα από τα στενά σύνορα της Γηραιάς Αλβιώνος.

Ο Ιωάννης Χουντής ντε Φάμπρι είναι ιστορικός των ιδεών, συγγραφέας και σύμβουλος στη Βουλή των Λόρδων

Читайте на сайте