World News in Greek

Μάικλ Ντίγκλερ: Το αστικό προσκύνημα ενός πρώην εξαρτημένου

Ta Nea 

Ο εθισμός έχει γίνει κεντρική έννοια στις σύγχρονες κοινωνίες. Συχνά μάλιστα, εκτός από τρόπος ζωής πλήρως απενοχοποιημένος, έχει μεταβληθεί και σε παράσημο. Ο εθισμός στις ουσίες, στο αλκοόλ ή και σε παντοειδείς διαδικτυακές δραστηριότητες κατασκευάζει κοινωνικούς χώρους, δημιουργεί δεσμούς και μυθοποιεί εαυτούς. Φυσικά υπάρχει μεγάλη απόσταση από τη νόμιμη κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα ή καμιά τζούρα σε κάποιο πάρτι ως την καταβύθιση στο ανεξέλεγκτο πιόμα και ακόμη χειρότερα στα οπιοειδή και τα συνθετικά ναρκωτικά.

Η μυθοπλασία έχει ασχοληθεί συστηματικά με όλες τις όψεις του φαινομένου από τον καιρό ακόμη του Τόμας ντε Κoυίνσι ως τη Βιέννη του Μεσοπολέμου (Γιόζεφ Ροτ κ.ά.), τη μεσοαστική Δυτική Ακτή του Ρέιμοντ Κάρβερ και ως κορωνίδα το μπαρ Φιοριντίτα στην Αβάνα στα χρόνια του Χέμινγουεϊ. Αλλά σήμερα μιλάμε πια για δομικού τύπου, γενικευμένο εθισμό και αντίστοιχα δίκτυα. Αν αφήσουμε κατά μέρος την πλούσια και συχνά ποιοτική επεξεργασία των σχετικών θεμάτων στο σινεμά, την τηλεόραση και την αστυνομική κυρίως λογοτεχνία, η καθημερινότητα έχει τόσες όψεις κατανάλωσης που μοιάζει σαν ο σύγχρονος άνθρωπος να περιφέρεται κοινωνικοποιούμενος με ένα ποτήρι στο χέρι ή έτοιμος να σνιφάρει μια γραμμή στην εγγύτερη τουαλέτα.

Το πώς φτάσαμε ως εδώ – σαν η διαρκούσα ευτυχία να είναι κατακτημένο δικαίωμα – δεν είναι θέμα αυτού του βιβλίου, και κακώς ίσως. Ο Μάικλ Ντίγκλερ πάει πάντως πέρα από τα αίτια της εξάρτησης και την εγκατάλειψη σ’ αυτήν. Ο 26χρονος αφηγητής και ήρωάς του Ντένις Μονκ έχει βυθιστεί από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στην κόλαση πίνοντας ασυστόλως, κάνοντας του κόσμου τις μ…κίες, εγκαταλείποντας δουλειές, αθετώντας δεσμεύσεις, ξυπνώντας σε απίθανα μέρη χωρίς αίσθηση του πώς βρέθηκε εκεί και υποχρεώνοντας το κορίτσι του να τον εγκαταλείψει απηυδισμένο. Στον παρόντα αφηγηματικό χρόνο έχει συμπληρώσει έξι μήνες απεξαρτημένος, είναι περήφανος γι’ αυτό και μετράει τη μία μέρα μετά την άλλη που τα καταφέρνει να διατηρηθεί νηφάλιος. Πίνει χυμούς με μπουρμπουλήθρες, εσπρέσο «σαν να πίνεις καφέ από φλιτζανάκια κουκλόσπιτου», και αν ματιάζει τα απαστράπτοντα μπουκάλια στο ημίφως ενός μπαρ, καταφέρνει εντούτοις να αντισταθεί στους πειρασμούς. Στη μοναξιά του δωματίου του τα πράγματα γίνονται κάπως δυσκολότερα, όπως και στην παρέα των ποικίλων φίλων και γνωστών που παρελαύνουν και μοιάζουν με γερούς πότες (λίγες οι εξαιρέσεις).

Κάπως αργά στην αφήγηση μας δίνεται η πολυαναμενόμενη περιγραφή της μέρας που πήρε την απόφαση να κόψει το ποτό, μπαινοβγαίνοντας σε μητροπολιτικά μέσα μεταφοράς και καταλήγοντας στον ζωολογικό κήπο της Φιλαδέλφειας, της γενέτειράς του. Επίσης αργά δέχεται μια λυτρωτική επίσκεψη από τον μικρότερο αδελφό του, ερωτευμένο με μια αποκλίνουσα από πολλές έννοιες κοινή γνωστή τους, με την οποία ο Ντένις έκανε σεξ εκ του προχείρου στην αρχή του βιβλίου για να κουβαλάει στη συνέχεια άπειρες ενοχές. Η επαφή των δύο αδελφών θα αποδειχθεί επιτέλους σταθεροποιητική και ο Ντένις θα νοικοκυρευτεί σε ένα διαμέρισμα, δίπλα σε ένα σεξομπάρ και κατάφατσα στον αυτοκινητόδρομο, δίνοντας ξεχωριστή αξία στο γεγονός ότι την επομένη κλείνει έναν ολόκληρο χρόνο μακριά από το αλκοόλ.

Μέχρι πάντως να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο, ο Ντένις μοιάζει να είναι ένας άνθρωπος ψυχολογικά απογυμνωμένος. Στη διάρκεια της πρώτης φάσης της απεξάρτησης και ενώ αποκαθίσταται η λειτουργία των χημικών και ορμονών στον οργανισμό του, έχει περάσει μια περίοδο που ονομάζεται στην οικεία αργκό «ροδαλή νέφωση», όπου οι πρόσφατα νηφάλιοι είναι ικανοί να νιώσουν ακραία ευτυχία, απρόσμενο ενθουσιασμό και σχεδόν παραληρηματική αποδοχή της ζωής. Τα δύσκολα έρχονται αργότερα, όταν ο οργανισμός έρχεται πια σε μια ισορροπία και πρέπει να συμβιβαστεί με την γκριζάδα και την επαναληπτικότητα της καθημερινότητας.

Γι’ αυτό ο Ντένις δεν περιγράφεται ως θριαμβευτής που κατανίκησε τους όποιους δαίμονές του, αλλά ως ήρωας σε κατάσταση μόνιμης αμηχανίας. Εχοντας κόψει το αλκοόλ, το οποίο για χρόνια λειτουργούσε ως συναισθηματικό καταφύγιο, έρχεται αντιμέτωπος με την αναζήτηση ενός ρόλου – καλύτερα, μιας αληθινής ταυτότητας. Αφού οι γονείς του τον διώξουν από το πατρικό του στην προαστιακή Φιλαδέλφεια (όπου προσωρινά είχε καταφύγει αφού έκοψε το ποτό) με μια απρόσμενη, πλην δικαιολογημένη σκληρότητα, περιφέρεται στην πόλη. Πρέπει να μάθει ξανά πώς να μιλάει, πώς να φλερτάρει και πώς να υπάρχει σε μια κοινωνική συναναστροφή χωρίς να κρατά στο χέρι του ένα ποτήρι.

Περιπλάνηση στην πόλη

Περιφερόμενος σε ποικίλες ενδιαφέρουσες συνοικίες με σημάδια εξευγενισμού ή εγκατάλειψης, συναντά πρώην κολεγιακούς φίλους, τώρα επαγγελματίες ή μισοάνεργους, και αρκετές ελκυστικές φίλες, συνομιλεί και λογαριάζεται συναισθηματικά μαζί τους, δέχεται τη φιλοξενία τους στον καναπέ τους ή σε ένα άδειο δωμάτιο του σπιτιού, με αντάλλαγμα μερεμέτια ή ό,τι άλλο μπορεί να προσφέρει. Ολοι τους, ακόμα και οι «έσχατοι», δείχνουν να τα πηγαίνουν στη ζωή αυτή καλύτερα από τον ίδιο, αλλά τον Ντένις δεν τον πειράζει, δεν ζηλεύει ούτε ανταγωνίζεται. Του αρκεί ο καθημερινός του αγώνας για την πλήρη απεξάρτηση. Ετσι πάντως προκύπτουν έντεκα ξεχωριστά κεφάλαια περιπλάνησης στον μεταβαλλόμενο αστικό ιστό της ιστορικής αυτής μεγαλούπολης που συνιστούν ημιαυτόνομα επεισόδια και όπου συμβαίνουν πολλά και διάφορα: νοσταλγικές αναδρομές και διερωτήσεις, εκδηλώσεις πίστης και φιλικών αισθημάτων, ημιτελείς κατά κανόνα ερωτικές προσεγγίσεις, ξεκαθάρισμα σκιών του παρελθόντος, ενδείξεις εκατέρωθεν αγνωμοσύνης, σκληρότητας και άλλα πολλά, γλαφυρά και ενδιαφέροντα. Εν τέλει οι άλλοι αποτελούν τον καθρέφτη όπου αντανακλάται η συναισθηματική κατάσταση του ήρωα. Η ανάνηψη δεν είναι το χάπι εντ που προσδοκούσε αλλά μια μακρά πορεία αποδοχής του εαυτού του από τον ίδιο και τους άλλους.

Σε κάποιο σημείο της αφήγησης ο Ντένις αρχίζει να ονειρεύεται την απόδραση, αρχικά με έναν φίλο, στην ημιεξωτική και καλόηχη παραθαλάσσια Πενσακόλα της Φλόριντα, στη συνέχεια όπου να ‘ναι, ακόμα και στη Νεμπράσκα Σίτι, τόπο καταγωγής μιας γειτόνισσας. Ετσι κι αλλιώς, η απόδραση είναι πάντα μια διέξοδος, λογοτεχνική ή μη, ωστόσο και εδώ η αναποφασιστικότητα του ήρωά μας δεν θα επιτρέψει δραστικές λύσεις, μάλλον μια ρεαλιστικού τύπου γείωση στον μόνο οικότοπο που γνωρίζει καλά: την πόλη του.

Καλομεταφρασμένο από τον Πάνο Τομαρά, το βιβλίο αυτό είναι εν τέλει το αιχμηρό βιωματικό λογοτεχνικό ντεμπούτο ενός συγγραφέα που γνωρίζει καλά τις κοινωνικές εξελίξεις στην αμερικανική (μπορεί και παγκόσμια τώρα πια) μεσαία τάξη, δοσμένο με χιούμορ, φρεσκάδα και μετρημένους βιβλικούς τόνους που καταφέρνουν να το απογειώσουν προς το τέλος σε περισσότερο φιλοσοφικές σφαίρες διαφώτισης, χάριτος, αποδοχής της ζωής και εγκαρτέρησης απέναντι στα πράγματα.

Michael Deagler

Μέρες χωρίς αλκοόλ

Μτφ. Πάνος Τομαράς

Εκδ. Gutenberg,

σελ. 366

Τιμή 18 ευρώ

Читайте на сайте