Δημοκρατική αρχή και όρια της δικαστικής παρέμβασης
Στις 07.07.26, το εφετείο Παρισίων έκρινε τη Μαρίν Λε Πεν ένοχη σε δεύτερο βαθμό για κατάχρηση δημοσίου χρήματος (την περίοδο που ήταν ευρωβουλευτής). Η Λε Πεν καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών, εκ των οποίων τα δύο έτη με αναστολή, ενώ το εκτιτέο τμήμα μετετράπη σε ηλεκτρονική επιτήρηση με «βραχιολάκι». Της επιβλήθηκε επίσης ποινή στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι 45 μηνών, εκ των οποίων 30 μήνες με αναστολή. Καθώς η ποινή αυτή εκτελείται ήδη από 31.03.25 (ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης), η εφετειακή απόφαση παρέχει πλέον στη Λε Πεν τη δυνατότητα να θέσει υποψηφιότητα στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027, μολονότι η ίδια έχει δηλώσει ότι δεν θα κατεβεί υποψήφια φορώντας «βραχιολάκι» – προφανώς μετράει εδώ και το βαρύ στίγμα της ποινικής καταδίκης.
Η υπόθεση θα κριθεί αμετακλήτως από το γαλλικό Ακυρωτικό. Πάντως, το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το εφετείο συνέδεσε την κρίση του επί των ποινών με την ανάγκη μιας εύλογης διασφάλισης τόσο του δικαιώματος του εκλέγεσθαι όσο και της, εξίσου θεμελιώδους, ελευθερίας επιλογής του εκλογέα («la liberté de choix de l’électeur, condition d’expression du suffrage démocratique»), η οποία πλήττεται και αυτή από τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.
Εν γένει, ο αποκλεισμός ή περιορισμός των ανωτέρω θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να καταφάσκεται με μεγάλη φειδώ. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το ελληνικό Σύνταγμα (άρθ. 51 παρ. 3) απαιτεί αμετάκλητη ποινική καταδίκη για τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι. Δυστυχώς στη χώρα μας, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις για τη σοβαρότητα του ζητήματος από ευάριθμους νομικούς, η συνταγματική ιδίως τάξη πέρασε τα τελευταία χρόνια σοβαρές δοκιμασίες. Η πρακτική, δε, συνέπεια είναι μία επικίνδυνη ηρωοποίηση προσώπων και καταστάσεων, η οποία ενδέχεται να ενισχύσει έτι περαιτέρω την αντισυστημική ψήφο. Αναμφίβολα, η δέουσα αντιμετώπιση των εχθρών της Δημοκρατίας δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Ωστόσο, η αδιαπραγμάτευτη καταδίκη νεοναζιστικών και συναφών μορφωμάτων δεν αναιρεί την ανάγκη, οι αποκλεισμοί από την εκλογική συμμετοχή να βασίζονται στη συνταγματική τάξη και σε θεσμικά άρτιες διαδικασίες. Η φιλελεύθερη δημοκρατία φυσικά και πρέπει να μάχεται τους εχθρούς της σε πολλαπλά επίπεδα, αλλά δεν μπορεί, στην προσπάθειά της αυτή, να αυτοαναιρείται. Κατ’ αρχάς, η απάντηση σε κάθε ακραία, μισαλλόδοξη κ.λπ. φωνή πρέπει να δίνεται στην κάλπη και τον δημόσιο λόγο, και όχι σε πρώιμο δικαστικό επίπεδο, έστω και αν αυτό γίνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου. Μία τέτοια ηχηρή απάντηση έδωσαν, εξάλλου, οι αθηναίοι πολίτες στις τελευταίες δημοτικές εκλογές.
Ακόμη, όμως, και αν δεχόταν κανείς ότι οι νομοθετικές και δικαστικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών ήταν θεμιτές, εκείνο που φανερά υπερέβη τα εσκαμμένα ήταν η απόφαση του ΑΕΔ σε σχέση με το κόμμα των Σπαρτιατών και η ειδικότερη κρίση του ότι ήταν «περιττή» η επανάληψη της ψηφοφορίας στις τρεις εκλογικές περιφέρειες όπου ακυρώθηκε η εκλογή.
Ετσι, η τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδος στη χώρα μας θα κλείσει με μία δικαστικά ακρωτηριασμένη Βουλή 297 βουλευτών. Εν προκειμένω, η παράβαση της δημοκρατικής αρχής και της λαϊκής κυριαρχίας υπήρξε, κατ’ εμέ, έκδηλη. Το ΑΕΔ είναι σαν να είπε εδώ σε ένα τμήμα των ψηφοφόρων ότι η ψήφος του τελικά όχι μόνο δεν μέτρησε, αλλά και ότι δεν έπρεπε να κληθεί να ψηφίσει κάτι άλλο.
Εν κατακλείδι: Οι δικαστικές παρεμβάσεις στην έκφραση της λαϊκής βούλησης θα πρέπει να γίνονται με σαφές συνταγματικό και νομοθετικό έρεισμα, με περίσκεψη πολλή και, εν τέλει, χωρίς να συνεπάγονται αποψίλωση της λαϊκής κυριαρχίας.
Ο Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ