World News in Greek

Το τέλος της πολιτικής σταθερότητας στη Γερμανία

Ta Nea 

Για δεκαετίες η Γερμανία θεωρούσε τον εαυτό της την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η οικονομική της ισχύς συνοδευόταν από αξιοζήλευτη πολιτική σταθερότητα. Οποτε το Παρίσι, η Ρώμη ή η Αθήνα δοκιμάζονταν από πολιτικές ή οικονομικές κρίσεις, η Βόννη και αργότερα το Βερολίνο θεωρούνταν το πιο αξιόπιστο στήριγμα της Ευρώπης.

Αυτή η εικόνα ανήκει πλέον στο παρελθόν. Το γερμανικό οικονομικό μοντέλο βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση. Η ακρίβεια της ενέργειας, οι αμερικανικοί δασμοί και ο κινεζικός ανταγωνισμός δοκιμάζουν τη βιομηχανία. Ταυτόχρονα, η υπερβολική γραφειοκρατία, η αργή ψηφιοποίηση και το υψηλό κόστος εργασίας υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Ο Φρίντριχ Μερτς εξελέγη καγκελάριος υποσχόμενος βαθιές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Η κυβερνητική του πλειοψηφία εξαρτάται από τη συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι περιόρισαν ή αποδυνάμωσαν πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που είχαν εξαγγείλει οι Χριστιανοδημοκράτες. Οι αναπόφευκτοι συμβιβασμοί της κυβέρνησης συνασπισμού είχαν υψηλό πολιτικό κόστος για τον Μερτς.

Το χάσμα ανάμεσα στις υποσχέσεις και τα αποτελέσματα εξηγεί τη χαμηλή δημοτικότητα της κυβέρνησης. Επτά στους δέκα Γερμανούς θεωρούν ότι η κυβέρνηση και ο καγκελάριος αποτυγχάνουν. Οπως επισημαίνει ο δημοσκόπος Ματίας Γιουνγκ, «η εικόνα του μεγάλου συνασπισμού CDU-SPD είναι καταστροφική και ο καγκελάριος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας».

Σχεδόν οκτώ στους δέκα πολίτες πιστεύουν ότι η κυβέρνηση αδυνατεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής. Η δυσπιστία διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, αλλά είναι εντονότερη στους ψηφοφόρους του ακροδεξιού AfD.

Ολες σχεδόν οι δημοσκοπήσεις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: το AfD είναι πλέον η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας. Αν διεξάγονταν σήμερα ομοσπονδιακές εκλογές, το AfD θα συγκέντρωνε περίπου 27%, αφήνοντας πίσω τους Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς. Στη Σαξονία – Ανχαλτ, όπου στις 6 Σεπτεμβρίου διεξάγονται τοπικές εκλογές, τα ποσοστά του AfD ξεπερνούν το 40%. Το ζητούμενο πλέον είναι αν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση της Ακρας Δεξιάς, έστω και σε επίπεδο ενός από τα δεκαέξι ομόσπονδα κρατίδια, θα αποτελούσε ιστορική τομή και θα έσπαζε ένα πολιτικό ταμπού που ίσχυε από το τέλος του πολέμου. Παρά τις συνεχείς προειδοποιήσεις, δεν διακρίνεται μια συνεκτική στρατηγική για την ανάσχεση του AfD. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η καλύτερη απάντηση στον εξτρεμισμό είναι μια επιτυχημένη πολιτική που βελτιώνει τη ζωή των πολιτών. Η θέση αυτή ακούγεται πειστική, αλλά προσκρούει στην πολιτική πραγματικότητα. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν επώδυνες και αντιδημοφιλείς περικοπές στο κοινωνικό κράτος.

Το AfD δεν έχει πολλά να φοβάται από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο σημαντικότερος σύμμαχός του παραμένει η αδυναμία της κυβέρνησης να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της. Η απογοήτευση απέναντι στον Μερτς έχει πλέον επεκταθεί και στο ίδιο του το κόμμα. Το περιοδικό «Der Spiegel» κάνει λόγο για «ραγδαία απώλεια κύρους», ενώ πληθαίνουν οι αμφιβολίες για την πολιτική του επιβίωση.

Η γερμανική συνταγματική τάξη καθιστά δύσκολη την απομάκρυνση ενός καγκελαρίου πριν από τη λήξη της θητείας του. Ωστόσο, η σύγκριση με το παρελθόν είναι αποκαλυπτική. Ο Αντενάουερ κυβέρνησε δεκαπέντε χρόνια, ο Κολ και η Μέρκελ δεκαέξι, ενώ ο Ολαφ Σολτς μόλις τριάμισι. Ο Φρίντριχ Μερτς θα πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό αν φτάσει έστω αυτή τη διάρκεια. Και μόνο αυτή η προοπτική δείχνει ότι η εποχή κατά την οποία η πολιτική σταθερότητα της Γερμανίας θεωρούνταν αυτονόητη έχει πλέον τελειώσει.

Ο δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα

Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Читайте на сайте