«Έκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη: Ανολοκλήρωτα όνειρα…
Το εύρημα του Αριστοφάνη στις «Εκκλησιάζουσες», όπως και σε άλλες κωμωδίες του, είναι, εκτός από πρωτότυπο, και ευφυές.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση συνοψίζεται στο ερώτημα: Τι θα γινόταν αν οι γυναίκες αναλάμβαναν εξ ολοκλήρου την εξουσία; Πώς θα το αποδέχονταν οι άνδρες που ξαφνικά θα έπρεπε να μπουν στο πετσί του άλλου φύλου; Και πώς θα αντιδρούσαν όταν συνειδητοποιούσαν ότι οι γυναίκες τούς εξαπάτησαν; Υπάρχει τελικά αρσενικός και θηλυκός τρόπος να εφαρμόσει κανείς ένα σύστημα διακυβέρνησης; Ή μήπως η συνεργασία και η συνεννόηση ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες αποτελεί τον μοναδικό ρεαλιστικό δρόμο;
Μια άλλη ανάλυση θέλει τις «Εκκλησιάζουσες» να γράφτηκαν με στόχο την ίδια τη Δημοκρατία και την αμφισβήτησή της.
Γραμμένη το 392 π.Χ. και υπό καθεστώς λογοκρισίας, η αριστοφανική κωμωδία έρχεται να προτείνει ένα ουτοπικό μοντέλο ειρηνικής διαβίωσης, το οποίο όμως βασίζεται στην «εξαπάτηση». Ντυμένες άνδρες, οι γυναίκες εισέρχονται στην Εκκλησία του Δήμου, και μέσα από μια πλαστή πλειοψηφία ψηφίζουν υπέρ της ανάληψης της εξουσίας από τις γυναίκες. Την ίδια στιγμή που οι άνδρες ξυπνούν στα σπίτια τους και μη βρίσκοντας τα ρούχα τους, φοράνε εκείνα των γυναικών τους…
Η αριστοφανική κωμωδία ανέβηκε για πρώτη φορά το 1956 από το Εθνικό Θέατρο στο Ηρώδειο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Με τη Μαίρη Αρώνη – Πραξαγόρα και τον Χριστόφορο Νέζερ – Βλέπυρο, επικεφαλής του θιάσου. Εκτοτε η αριστοφανική κωμωδία ανεβαίνει συχνά – ξεχωρίζει η παράσταση (2000) με τους Γιώργο Μιχαλακόπουλο – Μίρκα Παπακωνσταντίνου, σε σκηνοθεσία του πρώτου και μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη.
Στη σκηνοθετική του ανάγνωση ο Θέμης Μουμουλίδης και σε συνεργασία με τη Νεφέλη Μαϊστράλη στη διασκευή και την απόδοση, με τον υπότιτλο «Γυναίκες στην εξουσία», επιχειρεί να δώσει στοιχεία μιας πολύχρωμης και πολύβουης θεατρικότητας: καμπαρέ και τσίρκο, αισθησιασμός και όνειρα, σκοτεινιά και φωτεινές αναλαμπές. Παράλληλα το κείμενο, παρά το γεγονός ότι θέλει να σχολιάσει το σήμερα, είτε σε κοινωνικό είτε σε πολιτικό επίπεδο, δεν καταφέρνει να ξεφύγει από κοινότοπες – πλην αληθινές – νύξεις και παρατηρήσεις.
Ο σκηνοθέτης δανείζεται την ιδέα του ονείρου και φέρνει στη σκηνή μια σύγχρονη Πραξαγόρα – εργαζόμενη και πολυάσχολη μητέρα, η οποία φαντασιώνεται έναν κόσμο όπου το φύλο της θα πάρει τις τύχες του κόσμου στα χέρια του. Κι όλο αυτό το όνειρο έχει τα χαρακτηριστικά του καμπαρέ, του τσίρκου, με ήχους, μουσικές και χορευτικά. Ωστόσο ο Μουμουλίδης μοιάζει σαν να ξεχνά να ολοκληρώσει την ιδέα του, και η παράσταση κλείνει χωρίς την Πραξαγόρα να ξυπνά από το όνειρό της και να επανέρχεται στην πραγματικότητα.
Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, από τα θετικά και καθοριστικά στοιχεία στις «Εκκλησιάζουσες», συντάσσεται με την ιδέα του σκηνοθέτη και καθορίζει το ύφος της παράστασης, συνεπικουρούμενη από τη χορογραφία της Πατρίτσιας Απέργη.
Οι ερμηνείες
Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης είναι απολαυστικός Βλέπυρος (έξοχος στη σκηνή που πηγαίνει στην τουαλέτα…), χαρίζοντας στην κωμική όψη του ήρωά του και μια εσωτερική αυτοσαρκαστική πτυχή. Η Μαρίνα Ασλάνογλου υποστηρίζει με θέρμη την Πραξαγόρα και μπαίνει στο πετσί της γυναίκας που διεκδικεί. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης είναι ο Κομπέρ (και ο Γείτονας και ο Νέος), ένας ρόλος που ταιριάζει στη θεατρική του ιδιοσυγκρασία. Η Ιντρα Κέιν – Κλεονίκη εμπλουτίζει την παράσταση με τα φωνητικά της προσόντα. Τέλος, ο Φοίβος Ριμένας ξεχωρίζει με το πηγαίο ταλέντο του, είτε ως μέλος του άτυπου Χορού είτε ως Γριά