World News in Greek

Το ισλανδικό δημοψήφισμα και το στοίχημα των Βρυξελλών

Ta Nea 

Στις 29 Αυγούστου οι Ισλανδοί ψηφίζουν για την επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ – και η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να παίξει ρόλο στον νέο γεωπολιτικό χάρτη της Αρκτικής.

Στις 21 Ιανουαρίου, την τρίτη ημέρα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Ντόναλντ Τραμπ. Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα ο αμερικανός πρόεδρος είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος στη Γροιλανδία παρέμενε επιλογή στο τραπέζι, και όλοι ανέμεναν την πρώτη τοποθέτησή του ενώπιον των αρχηγών κρατών.

Εκείνος προσπάθησε να κατευνάσει τις ανησυχίες για ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση. Αλλά όταν επέμεινε στην πρόθεση των ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, μπέρδεψε το όνομά της με εκείνο της Ισλανδίας – συνολικά τέσσερις φορές. Το ίδιο λάθος είχε κάνει και την προηγούμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στον Λευκό Οίκο.

Τα φαινομενικά αθώα γλωσσικά ολισθήματα δεν πέρασαν απαρατήρητα στο μικρό Βόρειο κράτος. Για τους κατοίκους μιας χώρας που απέχει λιγότερο από 300 χιλιόμετρα από τη Γροιλανδία, ίσως η γλώσσα λανθάνουσα να λέει όντως τα αληθή. Το νησί των 400.000 κατοίκων – και μοναδικό νατοϊκό μέλος χωρίς στρατό – βασίζει την ασφάλειά του από το μακρινό 1951 σε μια διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Ηταν η πρώτη φορά που ένιωθε απειλή από τον ίδιο του τον προστάτη.

Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση συνεργασίας που ανέλαβε την εξουσία στην Ισλανδία στα τέλη του 2024 – ένας συνασπισμός των Σοσιαλδημοκρατών, του φιλελεύθερου Κόμματος Μεταρρύθμισης και του μέχρι πρότινος ευρωσκεπτικιστικού Λαϊκού Κόμματος – αποφάσισε να επισπεύσει τις κινήσεις της. Η αρχική δέσμευση προέβλεπε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ έως το 2027. Ομως η μεταβαλλόμενη αρχιτεκτονική ασφάλειας, σε συνδυασμό με τη βελτίωση του κλίματος υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής, ώθησε τη νεότερη πρωθυπουργό στην ιστορία της Ισλανδίας, την 38χρονη σήμερα Κρίστρουν Φροσταντότιρ, να ανακοινώσει την ημερομηνία διεξαγωγής του για τις 29 Αυγούστου 2026.

Αν οι Ισλανδοί απαντήσουν θετικά στις κάλπες, θα χρειαστεί και δεύτερο δημοψήφισμα μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Αυτή τη φορά για την οριστική αποδοχή ή όχι της εισόδου στην ΕΕ.

ΕΕ και Ισλανδία: Μια πολύπλοκη σχέση

Η σχέση της Ισλανδίας με την ΕΕ δεν είναι καινούργια. Η χώρα φλέρταρε για πρώτη φορά με την ένταξή της το 2009, σε μια περίοδο που η οικονομία της ήταν διαλυμένη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κατάρρευση τριών μεγάλων τραπεζών. Τότε, όμως, η πορεία ανετράπη άδοξα.

Οι ισλανδικές εθνικές εκλογές του 2013 σηματοδότησαν την επιστροφή σε μια πιο ευρωσκεπτικιστική κατεύθυνση. Τα παραδείγματα της Ελλάδας, της Κύπρου και της γειτονικής Ιρλανδίας λειτούργησαν σαν σκιάχτρο, και έτσι το διαζύγιο – πριν καν προκύψει γάμος – οριστικοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2015.

Παρά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, οι οικονομικοί δεσμοί της χώρας με την Ευρώπη ήταν και θα παρέμεναν ιδιαιτέρως στενοί. Η Ισλανδία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών από το 1970, του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από το 1994 και της Ζώνης Σένγκεν από το 2001. Αρα απολαμβάνει ήδη τα περισσότερα οφέλη της ένταξης – όπως τα προγράμματα Εράσμους ή τη συμμετοχή στην ενιαία αγορά, στην οποία κατευθύνεται το 67% των εξαγωγών της. Ποιος ο λόγος να μεταβιβάσει περαιτέρω εξουσίες στις Βρυξέλλες, την ώρα που το οικονομικό μομέντουμ είχε αλλάξει;

Το επιχείρημα απηχούσε την ιστορική ανασφάλεια των Ισλανδών, που είδαν τη χώρα τους να αποκτά πλήρη ανεξαρτησία από τη Δανία μόλις το 1944, έπειτα από δεκαετίες σκληρού αγώνα – μια μνήμη βαθιά ριζωμένη στην εθνική τους συνείδηση. Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα, ωστόσο, επιστρατεύουν και οι υποστηρικτές της ένταξης σήμερα. Στα μάτια τους, μόνο μια ισχυρή συμμαχία μπορεί να θωρακίσει την κυριαρχία τής κατά τα άλλα ευάλωτης Ισλανδίας. Προσθέτουν, μάλιστα, ότι η χώρα έχει απολέσει ούτως ή άλλως μέρος της αυτονομίας της, έχοντας υιοθετήσει περί τα δύο τρίτα της ενωσιακής νομοθεσίας για να μπορεί να εμπορεύεται μαζί της. Απλώς δεν έχει θέση στο τραπέζι των αποφάσεων. Πρόκειται για τη λεγόμενη «δημοκρατία του φαξ», όπου κράτη όπως η Ισλανδία και η Νορβηγία περιμένουν το φαξ της Κομισιόν ώστε να εφαρμόσουν αλλαγές δίχως ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης.

Τα αγκάθια και τα διλήμματα

Τα κίνητρα των Ισλανδών έχουν παύσει προ πολλού να είναι αμιγώς οικονομικά. Η Ισλανδία είναι μία από τις πλουσιότερες χώρες στον κόσμο, με το πέμπτο υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αν ενταχθεί στην ΕΕ, θα είναι η πρώτη νεοεισερχόμενη χώρα μετά το 1995 (Σουηδία, Αυστρία, Φινλανδία) που θα καταβάλει στον κοινό προϋπολογισμό περισσότερα απ’ όσα θα λαμβάνει.

Εκείνο που τους ώθησε να επανεκτιμήσουν την κατάσταση είναι οι πρόσφατοι γεωπολιτικοί κραδασμοί – η άναρχη παγκόσμια αντίδραση στην πανδημία, η ρωσική επιθετικότητα και η αβέβαιη πορεία της αμερικανικής εξωτερικής και δασμολογικής πολιτικής.

Αυτό επιβεβαιώνουν και οι δημοσκοπήσεις, με την έκβαση ωστόσο να παραμένει αβέβαιη. Οι μετρήσεις της γνωστότερης εφημερίδας της χώρας, της «Μοργκουνμπλάντιντ», δίνουν οριακή νίκη στο «ναι», με 52% υπέρ της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων. Ενα «ναι» όμως στις 29 Αυγούστου επ’ ουδενί δεν σημαίνει πράσινο φως στην ενταξιακή προοπτική. Το 54% παραμένει ακόμη αρνητικό στην προσχώρηση στην ΕΕ, σύμφωνα με δημοσκόπηση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα Ρουβ.

Η διστακτικότητα ερμηνεύεται καλύτερα μέσα από ένα κράμα κλαδικών συμφερόντων – ιδίως στην αλιεία και τη γεωργία – και αφηγημάτων περί κυριαρχίας.

Εξού και η στήριξη είναι ισχυρότερη στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, όπου το 59% των ερωτηθέντων δηλώνει υπέρ, την ώρα που το χαμηλότερο ποσοστό (24%) καταγράφεται στην ανατολική Ισλανδία – ζώνη εξαρτημένη από την αλιεία, τη μεταποίηση ψαριών, τη γεωργία και την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου.

Στα τρία μεγάλα ανοιχτά ζητήματα, το ισοζύγιο δεν είναι το ίδιο.

Ο έλεγχος των αλιευτικών πόρων θεωρείται από τους Ισλανδούς το μεγάλο διακύβευμα. Η αλιευτική βιομηχανία δεν είναι μόνο ζωτικής σημασίας για την οικονομία, αλλά και εθνικό σύμβολο. Απασχολεί περίπου το 4% του συνολικού εργατικού δυναμικού και συνεισφέρει, άμεσα και έμμεσα, το 17% του ΑΕΠ. Ο φόβος είναι ότι η προσχώρηση στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική θα σήμαινε το άνοιγμα των υδάτων σε ξένους στόλους. Κόκκινη γραμμή που κανείς στο Ρέικιαβικ δεν είναι διατεθειμένος να ξεπεράσει.

Στο ζήτημα του ευρώ, αντίθετα, οι θέσεις είναι λιγότερο παγιωμένες. Η ισλανδική κορώνα έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ασταθές και δαπανηρό νόμισμα, με δεκαετίες υψηλών επιτοκίων και πληθωρισμού. Σε αυτήν αποδίδεται ότι τα καταναλωτικά αγαθά είναι έως και 84% ακριβότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ ένα τυπικό καλάθι τροφίμων κοστίζει 44% περισσότερο απ’ ό,τι στις σκανδιναβικές χώρες. Ενα σκληρότερο νόμισμα θα αφαιρούσε τη δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής, αλλά θα προστάτευε την οικονομία από έντονες διακυμάνσεις.

Στην άμυνα, τέλος, η ζυγαριά γέρνει καθαρά προς την ένταξη – το μόνο κρίσιμο θέμα που απουσίαζε από την πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων. Η Ισλανδία υπέγραψε πρόσφατα συμφωνία συνεργασίας με την ΕΕ, έπειτα από παρόμοιες διμερείς συμφωνίες με τη Γερμανία, τη Φινλανδία και άλλα κράτη. Τέτοιες συμφωνίες όμως υπολείπονται κατά πολύ των υποχρεώσεων που ενσωματώνονται στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και στη ρήτρα αλληλεγγύης – εγγυήσεις που μόνο η πλήρης ένταξη μπορεί να προσφέρει.

Μια Ενωση που αλλάζει επίσης

Αλλά η Ισλανδία δεν είναι η μόνη μπροστά σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Το ίδιο ισχύει και για την ΕΕ. Τέσσερις υποψήφιες χώρες – η Αλβανία, η Μολδαβία, το Μαυροβούνιο και η Ουκρανία – έχουν περάσει σε νέο στάδιο της ενταξιακής τους πορείας. Ταυτόχρονα όμως, τόσο η Γερμανία όσο και η Γαλλία έχουν τονίσει ότι η περαιτέρω διεύρυνση πρέπει να συνοδεύεται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Είναι, επομένως, ευκαιρία να επανεξεταστεί και η μέθοδος με την οποία η Ενωση αποδέχεται νέα μέλη.

Δεδομένης της υφιστάμενης ενσωμάτωσης της Ισλανδίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα ήταν ιστορική αστοχία για την ΕΕ να αφήσει έναν και μόνο τομέα πολιτικής – εν προκειμένω την αλιεία – να ανακόψει την ενταξιακή της διαδικασία. Ισως η απαίτηση για πλήρη εναρμόνιση σε κάθε ζήτημα πολιτικής να καταδεικνύει και την ασυμβατότητα του μοντέλου διεύρυνσης με τις ανάγκες των καιρών. Εξάλλου, η ΕΕ των πολλών ταχυτήτων υπάρχει ήδη. Δεν έχουν υιοθετήσει όλες οι χώρες το ευρώ, ούτε συμμετέχουν όλες στη Συμφωνία Σένγκεν ή στις αμυντικές πρωτοβουλίες.

Θα ήταν λάθος να μην υπάρξει η ίδια ευελιξία απέναντι σε υποψήφιες χώρες που πληρούν τα αντικειμενικά κριτήρια και επιθυμούν να εμβαθύνουν τη σχέση τους με την Ενωση. Πόσο μάλλον για την ενσωμάτωση μιας χώρας της οποίας η γεωγραφική θέση και μόνο την καθιστά στρατηγικά αναντικατάστατη. Αν η ΕΕ φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως σημαντική γεωπολιτική δύναμη, θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμόζει τα μέσα χωρίς να υπονομεύει τις αρχές της.

Читайте на сайте