World News in Greek

Περιοδεύων θίασος

Ta Nea 

Να εξομολογηθώ την αμαρτία μου. Ποτέ δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στην εκάστοτε αντιπολίτευση.

Οχι πως δεν χρειάζεται, προς Θεού. Δημοκρατία έχουμε.

Αλλά πάντα η αντιπολίτευση είναι εκεί για να φωνάζει, να διαμαρτύρεται, να καταγγέλλει και να συμπληρώνει τις θέσεις στη Βουλή. Ουσιαστικά είναι αρμόδια για τη φασαρία, αρκεί να σέβεται τις ώρες κοινής ησυχίας.

Τα υπόλοιπα περί εποικοδομητικής ή σοβαρής ή υπεύθυνης ή προγραμματικής αντιπολίτευσης είναι κολοκύθια τούμπανα.

Δεν υπάρχει άλλωστε καμία συνταγματική επιταγή ή υποχρέωση, ούτε καν αξιόπιστη πολιτική περιγραφή της αντιπολίτευσης. Ο καθένας κάνει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι κι αν πιάσει, έπιασε.

Να πούμε όμως και την αλήθεια. Καμία χώρα δεν πρόκοψε, ούτε κρίθηκε ποτέ, επειδή είχε καλή ή κακή αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση κάνει όλο το παιχνίδι, πληρώνει και τον λογαριασμό.

Στην Ελλάδα την κατάσταση απλοποιούσε ακόμη περισσότερο το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Επί σχεδόν σαράντα χρόνια ξέραμε πως αν κερδίσει το ΠΑΣΟΚ θα είναι αντιπολίτευση η ΝΔ κι όταν κερδίσει η ΝΔ θα είναι αντιπολίτευση το ΠΑΣΟΚ. Απλά πράγματα που δεν ήθελαν και πολλή σκέψη.

Το σενάριο άλλαξε τον Μάιο του 2012.

Από τότε ξεκίνησε ο ανταγωνισμός μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ για μια θέση στον ήλιο.

Κι αυτήν τη νέα συνθήκη δεν αφομοίωσε επαρκώς η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Νόμισε ότι θα είχε στο διηνεκές αντίπαλο κάποια Δεξιά ενώ και τότε και πριν και μετά πραγματικός αντίπαλός τους ήταν μια ιδιόμορφη Αριστερά και το παραληρηματικό κίνημα που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.

Απλή λογική. Σε όλη τη διαδρομή της περασμένης δεκαετίας η Δεξιά ουδέποτε διαλύθηκε, ούτε έφτασε ποτέ στο 4% του ΠΑΣΟΚ (2015).

Με την εκλογή του Μητσοτάκη μάλιστα η ΝΔ ξαναπέρασε μπροστά ήδη από το 2016-2017. Ολοι ξέραμε ότι θα ήταν η επόμενη κυβέρνηση. Είχε ήδη ανασυγκροτηθεί.

Τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ έπαιζε πλέον σε άλλο πρωτάθλημα. Το Πρωτάθλημα των Δευτερότριτων.

Ενα πρωτάθλημα που συνεχίζεται ακόμη, έστω και με μεταβαλλόμενους κάθε φορά συμμετέχοντες.

Το έχω συζητήσει πολλές φορές με τα περισσότερα ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Και κανείς (καμία) δεν μου έχει αντιτάξει μια διαφορετική ανάγνωση την οποία ευχαρίστως θα κατέγραφα.

Τα πράγματα άλλωστε είναι τόσο ξεκάθαρα που δεν επιδέχονται πολλές αναγνώσεις.

Μπορεί να είμαστε Παναθηναϊκοί, μπορεί μαζί με τους ομόφρονές μας Τσίπρα και Ανδρουλάκη να διακηρύξουμε ολόψυχα ότι θα πάρουμε το Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά το πιθανότερο είναι να απασχολήσουμε κάποιο φιλεύσπλαχνο ίδρυμα με ειδικούς ασπροντυμένους επιστήμονες.

Η πραγματικότητα βλέπετε δεν ορίζεται από την επιθυμία ή το φρόνημα του καθενός. Ακόμη χειρότερα, η επιθυμία ή το φρόνημα δεν ορίζουν το αποτέλεσμα.

Μπορεί να διακηρύξεις ότι θα είσαι πρώτος «έστω με μια ψήφο διαφορά» ή ότι θα πάρεις το Τσάμπιονς Λιγκ αλλά κινδυνεύεις να πείσεις κυρίως το μαξιλάρι σου.

Για ποια αντιπολίτευση λοιπόν μιλάμε;

Εντάξει, για φασαρία μια χαρά ακούγεται. Από τη Free Palestine έως τις φωτιές. Περάσαμε σχεδόν ένα καλοκαίρι με τα μυστηριώδη γυαλιά του Αδωνη.

Αλλά από εκεί και πέρα, αν είναι χώρια δεν φτάνουν και να είναι μαζί δεν μπορούν. Το ΠΑΣΟΚ δεν θα γίνει Τσίπρας και ο Τσίπρας δεν θα γίνει ΠΑΣΟΚ. Είναι άλλοι κόσμοι.

Κι αυτό όταν κάνεις αντιπολίτευση δεν πειράζει. Διότι στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Ποιος ασχολείται αν θα τα βρει η Δούρου με τον Πολάκη, τι ξέμπαρκους θα μαζέψει ο Τσίπρας και τι παπαριές γράφουν οι ακροδεξιοί για τον Χριστοδουλάκη ή τη Διαμαντοπούλου.

Ασε που συχνά έχουν και πλάκα. Σε άλλο κόμμα κοιμούνται και σε άλλο κόμμα ξυπνούν. Αλλον αρχηγό αποθεώνουν και με άλλον πάνε στην εκκλησία.

Είναι η πρώτη αντιπολίτευση παγκοσμίως που δεν είναι ούτε δεξιά, ούτε αριστερή. Είναι κυρίως μετακινούμενη. Κάτι σαν περιοδεύων θίασος χωρίς πρωταγωνιστές και χωρίς ρεπερτόριο.

Φυσικά υπάρχουν κάποιοι που ελπίζουν σε κάτι καλύτερο.

Σε μια «κυβέρνηση ηττημένων», όπως εκείνη που αποδοκιμάστηκε το 2023. Ή σε μια «ενωμένη Κεντροαριστερά», όπου ο περιοδεύων θίασος θα μεταλλαχθεί αιφνιδίως σε υπουργικό συμβούλιο.

Σε μια κυβερνητική συνεργασία χωρίς τον Μητσοτάκη που θα τους κάνει ευγενικά το χατίρι να κάτσει στην άκρη. Ή στη «δεύτερη κάλπη» που θα γίνει μυστηριωδώς η «κάλπη της ανατροπής».

Είναι λάθος τελικά η άποψη ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Τελευταίος πεθαίνει ο κλαπατσίμπαλος που ελπίζει χωρίς λόγο.

Μόνο που δεν είναι αστείο. Είναι σοβαρό δομικό πρόβλημα.

Η μεταπολιτευτική δημοκρατία μπορεί να είχε τα στραβά της αλλά κατάφερε ένα μεγάλο επίτευγμα. Δημιούργησε κι επέβαλε στο πολιτικό σύστημα μια κουλτούρα διακυβέρνησης.

Την οποία συμμερίστηκαν, αποδέχτηκαν και υπηρέτησαν διαχρονικά οι δύο ιστορικές παρατάξεις του τόπου. Ακόμη κι ως ανταγωνιστές ή αντίπαλοι.

Αυτή η κουλτούρα που ήταν μια θεμελιώδης κατάκτηση της δημοκρατίας μας έχει ουσιαστικά διαρραγεί. Ή μάλλον την αποδέχεται και την υπηρετεί κουτσά-στραβά μόνο η ΝΔ.

Κι αυτό δημιουργεί μια τεράστια ανισορροπία στο πολιτικό μας σύστημα.

Διότι αν υπάρχει αντιπολίτευση δεν ενδιαφέρει πρακτικά κανέναν. Η διακυβέρνηση όμως αφορά τη χώρα στο σύνολό της.

Ακόμη περισσότερο που έτσι καταλήγουμε τελικά όχι σε μια αντιπαράθεση για τη διακυβέρνηση της χώρας αλλά σε έναν ανούσιο καβγά στον θίασο για μια δεύτερη, τρίτη ή έκτη θέση.

Ο καβγάς αφορά τη χώρα; Οχι.

Αρκεί όμως να υπάρχει μια ισχυρή πολιτική δύναμη που την ίδια στιγμή μόνη ή με συνεργάτες θα διασφαλίζει τη διακυβέρνηση.

Κι όσο θα υπάρχει, ας τσακώνεται όποιος θέλει με τον διπλανό ή με τον εαυτό του.

Читайте на сайте