Μονή Σινά: Εγγύηση για το καθεστώς της
Οι σημερινές διαφορές γύρω από την Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά δεν είναι απλώς περιουσιακές ή διοικητικές. Αφορούν τη συνέχεια ενός από τα αρχαιότερα εν λειτουργία μοναστήρια του χριστιανικού κόσμου και τη θέση του μέσα στη σύγχρονη αιγυπτιακή έννομη τάξη. Η συζήτηση, όμως, δεν αρχίζει από μηδενική βάση: το ιδιαίτερο καθεστώς του Σινά έχει ιστορία πολλών αιώνων και αναγνωρίστηκε από διαδοχικές ισλαμικές εξουσίες.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι τα αρχαιότερα σωζόμενα νομικά τεκμήρια της Μονής είναι ισλαμικά έγγραφα στην αραβική γλώσσα. Φατιμιδικά έγγραφα του 12ου αιώνα επικαλούνται ακόμη παλαιότερα προνόμια, προ του 1100, ενώ οι αρχές προστατεύουν τη Μονή από λεηλασίες και νέες φορολογικές επιβαρύνσεις και κατοχυρώνουν την ελευθερία μετακινήσεων των μοναχών.
Η ορολογία των ίδιων πηγών είναι αποκαλυπτική. Περιουσιακά στοιχεία της Μονής χαρακτηρίζονται emlāk, δηλαδή πλήρης ιδιοκτησία, ενώ οι αφιερωμένες γαίες της ως ḥabs, παλαιότερος όρος του waqf (βακουφίου). Οι μοναχοί επομένως δεν εμφανίζονται ως απλοί χρήστες κρατικής περιουσίας. Αργότερα, μαμελουκικά έγγραφα αναγνωρίζουν την ίδια την «κοινότητα των μοναχών» ως νομικό υποκείμενο, ενώ επί Οθωμανών το καθεστώς του Σινά ως waqf θεωρείται δεδομένο. Εξαιρετική υπήρξε ακόμη και η απαλλαγή των Σιναϊτών από τη jizya, τον κεφαλικό φόρο των μη μουσουλμάνων.
Αυτή η ιστορική συνέχεια πρέπει να αποτελέσει τη βάση μιας σύγχρονης λύσης. Αλλωστε, στον επίσημο αιγυπτιακό φάκελο προς την UNESCO η Αγία Αικατερίνη περιγράφεται ως αυτόνομος θρησκευτικός θεσμός, με τη Μονή, τα παρεκκλήσια, τους κήπους και τις συναφείς εγκαταστάσεις να συγκροτούν ενιαίο ιστορικό και λειτουργικό σύνολο.
Μια σύγχρονη Χάρτα για το Σινά θα μπορούσε επομένως να κατοχυρώσει αυτή τη συνέχεια: τη νομική προσωπικότητα της Μονής, την περιουσία της, τη δυνατότητα διαχείρισης και σύναψης συμβάσεων και, κυρίως, την εσωτερική της αυτοδιοίκηση. Τα δικαιώματα αυτά ανήκουν στη Μονή ως συλλογικό θεσμό και δεν μπορούν να εξαρτώνται αποκλειστικά από το πρόσωπο του εκάστοτε Ηγουμένου. Ο Θεμελιώδης Κανονισμός προβλέπει Αδελφότητα, Ιερά Σύναξη και συλλογική διοίκηση.
Το Αγιον Ορος δείχνει ότι κρατική κυριαρχία και μοναστική αυτοδιοίκηση μπορούν να συνυπάρχουν. Μια μόνιμη θεσμική σχέση μεταξύ Αιγύπτου και Μονής θα μπορούσε να προσφέρει την ίδια ασφάλεια στο Σινά.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι η δημιουργία ενός νέου προνομίου, αλλά η σύγχρονη εγγύηση μιας ιστορικής έννομης τάξης που η ίδια η ισλαμική και αιγυπτιακή παράδοση διατήρησε επί αιώνες.
Οι Ιωάννης Niehoff–Panagiotidis και Θεοχάρης Ν. Γρηγοριάδης είναι καθηγητές στο Freie Universität Berlin