Και το έγκλημα έχει την ιστορία του
Περίπτωση πρώτη: Η γυναίκα με τα αρχικά Α.Μ., η οποία υπηρετούσε ως βοηθός στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών τον Ιούλιο του 1972, κρίθηκε ως μη νομιμόφρων από το Συμβούλιο Νομιμοφροσύνης του Πανεπιστημίου. Η Α.Μ. κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε φοιτητική συγκέντρωση που είχαν απαγορεύσει οι Αρχές την 21η Απριλίου 1964 και ότι παρότρυνε τους συμφοιτητές της να ψηφίσουν στις αρχαιρεσίες υποψηφίους «κομμουνιστικών φρονημάτων».
Περίπτωση δεύτερη: «Ο δικηγόρος του κατηγορουμένου μας εκάλεσε μια μέρα στο τηλέφωνον και επρότεινε συμβιβασμό και προσέφερε στον άνδρα μου 15.000, αυτός όμως ηρνήθη. Και τον Δήμαρχο Πλωμαρίου έβαλαν να μας πιάσει για συμβιβασμό. Μια μέρα βροχερή ήλθεν ο πατήρ του κατηγορούμενου στο σπίτι μας μετά μέρες από την πράξιν και με κλάματα στα μάτια μας επαρεκάλεσε να παραιτηθούμε…». Η περιγραφή ανήκει στη μητέρα μιας πεντάχρονης από τη Λέσβο, που υπέστη σεξουαλική αποπλάνηση από 18χρονο γεωργό.
Οι δύο περιπτώσεις προφανώς και δεν συνδέονται με άλλο τρόπο παρά μόνο εντός του ευρύτερου πλαισίου για την ιστορία του εγκλήματος και την απονομή δικαιοσύνης – θεματική την οποία προσεγγίζουν με εξαιρετικά αποτελέσματα 13 ιστορικοί στον συλλογικό τόμο «Για την ιστορία του εγκλήματος και της δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 19ος-20ός αιώνας» (εκδ. Θεμέλιο), σε επιμέλεια των Εφης Αβδελά και Βάσως Σειρηνίδου. Η πρώτη περίπτωση συγκεκριμένα προέρχεται από τη συνεισφορά του Βασίλη Γκόνη για το «Πανεπιστήμιο της νομιμοφροσύνης» και η δεύτερη από το κεφάλαιο «Σεξουαλικά εγκλήματα στη νησιωτική ύπαιθρο: δικαστικές και εξωδικαστικές αντιλήψεις και πρακτικές δικαίου, 1914-1970» της Δήμητρας Βασιλειάδου.
Στον τόμο η παραβατικότητα και η καταστολή δεν ταυτίζονται με ένα γραφικό παρασκήνιο, όπου συνήθως τις εξορίζει η ιδεολογική ανάγνωση της Ιστορίας ή μία «δημοσιογραφική» περιήγηση στο παρελθόν. Αντιθέτως, συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της διαμόρφωσης του δικαίου στη μετεπαναστατική και μεταπολεμική Ελλάδα, «μοχλό» για τον έλεγχο και την πειθάρχηση του πληθυσμού και, πάντως, μία δυναμική έννοια που προσαρμόζεται στις πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες. Θα έφτανε κανείς ως το συμπέρασμα ότι την ίδια στιγμή που το «έγκλημα» και η «δικαιοσύνη» γίνονται οι χρονογέφυρες για να μελετήσουμε το ελληνικό παρελθόν χρησιμοποιούνται και ως κεντρικό πρίσμα για να κατανοήσουμε πώς συγκροτήθηκαν όψεις της σύγχρονης κοινωνίας.
Το βιβλίο διαρθρώνεται γύρω από τρεις βασικές έννοιες που διαπλέκονται συνεχώς, σύμφωνα και με τον υπότιτλο του βιβλίου. Πρώτον, οι θεσμοί. Με ενδεικτικά ερωτήματα: πώς στήθηκε ο ποινικός μηχανισμός στην Ελλάδα από τα μετεπαναστατικά χρόνια μέχρι τον 20ό αιώνα; Πώς ορίστηκε το «νόμιμο» και το «παράνομο»; Δεύτερον, οι πρακτικές: τι συνέβαινε στην πραγματικότητα μέσα στα δικαστήρια, στις φυλακές, στα αστυνομικά τμήματα ή ακόμα και σε θεσμούς εκτός του αμιγώς κρατικού μηχανισμού – όπως τα πειθαρχικά συμβούλια των πανεπιστημίων; Τρίτον, τα πρόσωπα: ποιοι είναι οι «πρωταγωνιστές» των αφηγημάτων μέσα σ’ αυτή την ιστορία; Οχι μόνο οι δικαστές και οι αστυνομικοί, αλλά και οι κατηγορούμενοι, τα θύματα, οι περιθωριακοί, οι «παραβάτες» της καθημερινότητας. Οι συγγραφείς, λοιπόν, εξετάζουν εδώ πολλαπλές θεματικές: από τη ληστεία, την οπλοφορία και τα εγκλήματα τιμής, μέχρι το πολιτικό έγκλημα και την «τρομοκρατία», την «αποκλίνουσα» νεανική συμπεριφορά, τη διαχείριση των ναρκωτικών, αλλά και τη διεθνοποίηση του ποινικού δικαίου.
Σταυροδρόμι κοινωνικών επιστημών
Οι 13 συνεισφορές προέρχονται από τα μέλη της δραστήριας «Ομάδας για την ιστορία του εγκλήματος και της δικαιοσύνης». Και το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι ότι δεν περιχαρακώνονται στα στενά όρια της ιστορικής καταγραφής. Στις σελίδες του τόμου διασταυρώνονται η κοινωνική Ιστορία και η Κοινωνιολογία, για να φανεί πώς οι κοινωνικές ανισότητες, η φτώχεια και οι ταξικοί διαχωρισμοί καθόριζαν ποιος βρισκόταν κάθε φορά στο στόχαστρο της δικαιοσύνης. Διασταυρώνονται σίγουρα η Ιστορία του Δικαίου και η Εγκληματολογία, καθώς εξετάζεται όχι η θεωρητική αρτιότητα των νόμων, αλλά η εφαρμογή τους στην πράξη – εκεί όπου ο νόμος, για παράδειγμα, πρέπει να «συγκρουστεί» με τις τοπικές συνήθειες. Οι Σπουδές Φύλου βρίσκουν επίσης χώρο. Και ο Θάνος Βαρβεράκης επισημαίνει σχετικά στη δική του συνεισφορά που αφορά την περίοδο του Μεσοπολέμου: «Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι παρ’ όλο που η ιστορία του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης φαίνεται να αναπτύσσεται παράλληλα με την ιστορία του φύλου τις τελευταίες δεκαετίες, η μεταξύ τους διεπαφή πάνω στο ζήτημα της θανατικής ποινής απουσιάζει». Τέλος, οι διαφορετικές προσεγγίσεις περνούν μέσα από την Ιστορική Ανθρωπολογία: με έμφαση στις νοοτροπίες, τις αντιλήψεις περί δικαίου, τιμής, εκδίκησης και ντροπής που συχνά συγκρούονταν με το επίσημο γραπτό δίκαιο.
Σύμφωνα με μία συγκεκριμένη ανάγνωση της ιστοριογραφίας – πολιτικά φορτισμένη, σε τελική ανάλυση – η δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται ως ένας ουδέτερος, ή «ουδετερο-τεχνοκρατικός» μηχανισμός που απλώς επιβάλλει την τάξη. Στο βιβλίο αναδεικνύεται ότι η ποινική δικαιοσύνη δεν ήταν απλώς ένας μοχλός καταστολής, αλλά ένα πεδίο διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης ιδεών. Οι «από κάτω» – οι κατηγορούμενοι, οι μάρτυρες, οι πολίτες – δεν ήταν παθητικά θύματα. Χρησιμοποιούσαν το δικαστήριο, ελίσσονταν ανάμεσα στους νόμους, εκμεταλλεύονταν τα «παράθυρα» του συστήματος ή διεκδικούσαν το δικό τους περί δικαίου αίσθημα απέναντι στην κρατική εξουσία. Οι «από πάνω» ασκούσαν εξουσία και πολιτική, όριζαν τον ιστορικό χρόνο εις βάρος των αδυνάτων, προέβαλλαν την έννοια του «ελέγχου».
Επιπλέον, ο τόμος δείχνει πώς οι ελληνικοί θεσμοί και οι αντιλήψεις για την εγκληματικότητα διαμορφώθηκαν σε διάλογο με τα ευρωπαϊκά ρεύματα, τις διεθνείς επιστημονικές τάσεις της εγκληματολογίας και τα διεθνή δίκτυα. Η έκδοση, τελικά, υποδεικνύει κάτι πολύ σημερινό: ότι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία ορίζει, τιμωρεί και διαχειρίζεται το «έγκλημα» αποκαλύπτει, σε τελευταία ανάλυση, τις βαθύτερες φοβίες, τις αξίες και τις δομές της ίδιας της εξουσίας της.
Συλογικό
«Για την ιστορία του εγκλήματος και της δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 19ος-20ός αιώνας»
Επιμέλεια: Εφη Αβδελά – Βάσω Σειρηνίδου
Εκδ. Θεμέλιο, σελ. 440
Τιμή 21,95 ευρώ