Από την αισιοδοξία στην αναμονή
Η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα, στις 16 Ιουνίου, δημιούργησε ίσως τις μεγαλύτερες προσδοκίες των τελευταίων ετών για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της συνομιλίας των δύο ανδρών, κατά την οποία ο τούρκος πρόεδρος εμφανίστηκε θετικός και λίγες ημέρες αργότερα έδωσε εντολή στις αρμόδιες Αρχές να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο ίδιος ο Βαρθολομαίος μίλησε τότε ανοιχτά για την αισιοδοξία του. Για μια στιγμή φάνηκε ότι, πενήντα πέντε χρόνια μετά το 1971, η Χάλκη βρισκόταν πράγματι κοντά στην επαναλειτουργία της.
Δυόμισι μήνες αργότερα, η εικόνα φαίνεται περισσότερο σύνθετη. Οι εργασίες ανακαίνισης του ιστορικού συγκροτήματος προχωρούν αλλά η πολιτική και νομική λύση που θα δώσει το «πράσινο» φως στην επαναλειτουργία δεν έχει ακολουθήσει με την ίδια ταχύτητα. Χρονοδιάγραμμα δεν υπάρχει και το σημαντικότερο ζήτημα, δηλαδή με ποιο ακριβώς νομικό και ακαδημαϊκό καθεστώς θα λειτουργήσει η Σχολή, παραμένει ανοιχτό. Η αρχική αισιοδοξία δεν έχει εξαφανιστεί· έχει όμως δώσει τη θέση της, όπως λένε οι ειδικοί γνώστες του θέματος, στη γνώριμη επιφυλακτικότητα που συνοδεύει εδώ και δεκαετίες κάθε συζήτηση για τη Χάλκη. Κι όμως, το πρόβλημα δεν θα έπρεπε να είναι τόσο περίπλοκο. Η δυνατότητα μιας ιστορικής θρησκευτικής κοινότητας να εκπαιδεύει τα στελέχη της αποτελεί στοιχειώδες ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας. Η Χάλκη δεν θα έπρεπε επομένως να αποτελεί διαπραγματευτικό χαρτί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ούτε αντικείμενο γεωπολιτικής συναλλαγής ανάμεσα στην Αγκυρα, την Αθήνα και την Ουάσιγκτον, όπως συχνά αντιμετωπίζεται.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη πλευρά του ζητήματος που παραδόξως δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε. Θα ήταν στρατηγικό λάθος αν η επαναλειτουργία της Χάλκης κατανοηθεί ως μια επιστροφή στο καθεστώς και τα δεδομένα του 1971. Για περισσότερο από έναν αιώνα υπήρξε όχι μόνο ιεροσπουδαστήριο αλλά χώρος διαμόρφωσης ενός ιδιαίτερου εκκλησιαστικού και θεολογικού ήθους. Η ίδια λογική θα πρέπει να ισχύσει και σήμερα.
Η Σχολή υπήρξε ένας από τους τόπους, όπου η πατριαρχική παράδοση συναντήθηκε με τη νεότερη πανεπιστημιακή θεολογία και, αργότερα, με την αναδυόμενη οικουμενική κίνηση. Ολη αυτή η πνευματική κληρονομιά έχει αξία, στον βαθμό που μπορεί να καταστεί ξανά δημιουργική στο σήμερα. Αποτελεί λυπηρή διαπίστωση το γεγονός ότι η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογική εκπαίδευση έχει τα δικά της προβλήματα, τα οποία συνοψίζονται στην επαρχιώτικη εσωστρέφεια, τη συχνή σύγχυση της θεολογίας με την ομολογιακή αυτάρκεια, τον ανεπαρκή διάλογο με τις άλλες ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες καθώς και τη συχνή παρεμβατικότητα της θεσμικής Εκκλησίας στη λειτουργία και την ακαδημαϊκή αυτονομία των θεολογικών σχολών. Το πραγματικά ενδιαφέρον στοίχημα, όμως, θα ήταν διαφορετικό: μια διεθνής ορθόδοξη θεολογική σχολή με υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, η οποία θα είναι ανοιχτή στην ιστορική κριτική, τον οικουμενικό και διαθρησκειακό διάλογο και τις νέες κοινωνικές και ηθικές προκλήσεις. Ενας χώρος όπου Ρώσοι, Ελληνες, Αραβες, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ουκρανοί, Γεωργιανοί και άλλοι Ορθόδοξοι θα μπορούσαν να συναντηθούν ως θεολόγοι και όχι απλώς ως εκπρόσωποι ανταγωνιστικών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών.
Γι’ αυτό η σημερινή καθυστέρηση προκαλεί απογοήτευση, χωρίς ταυτόχρονα να ακυρώνει και την αίσθηση μιας ιστορικής ευκαιρίας. Το άνοιγμα της Χάλκης θα ήταν μια σημαντική πράξη προς την κατεύθυνση του σεβασμού των θρησκευτικών ελευθεριών εκ μέρους της Τουρκίας. Αλλά για το Οικουμενικό Πατριαρχείο η μεγαλύτερη πρόκληση αρχίζει την επόμενη ημέρα. Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να ξανανοίξει μια Σχολή που έκλεισε το 1971 αλλά να δημιουργηθεί στη Χάλκη το πρότυπο της θεολογικής σχολής που χρειάζεται η Ορθοδοξία του 21ου αιώνα.
Ο Νίκος Κουρεμένος είναι διδάσκων Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας