World News in Greek

Όταν ο πόλεμος γίνεται λέξεις

Ta Nea 

Ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε, 74 ετών, γεννημένος στην Καρθαγένη της Ισπανίας, είναι από τους σημαντικότερους ευρωπαίους συγγραφείς της εποχής μας. Το πιστεύω από τότε που διάβασα τη «Βασίλισσα του Νότου» και ακόμη περισσότερο μετά τον «Ζωγράφο των μαχών». Τώρα όμως εκδίδει τη «Γραμμή πυρός» και αυτό είναι το αριστούργημά του.

Η ιστορία διαδραματίζεται το 1938, στην αρχή της μάχης του Έβρου, της πιο μακράς, αιματηρής και από τις τελευταίες του Ισπανικού Εμφυλίου. Βρισκόμαστε σε ένα φανταστικό χωριό, που μοιάζει με όλα εκείνα της Ισπανίας, το όνομα των οποίων κανείς δεν ήξερε να προφέρει, μέχρι που ο πόλεμος τα κάνει ξαφνικά κέντρο του κόσμου.

Να μερικά σπίτια. Ενας κεντρικός δρόμος. Γυμνοί λόφοι. Δύο κορυφές. Εκατέρωθεν της γραμμής που τις χωρίζει, γυναίκες και άνδρες προελαύνουν, υποχωρούν, καταλαμβάνουν ένα ερείπιο, το χάνουν και αλληλοσκοτώνονται για λίγες σπιθαμές γης. Εξακόσιες σελίδες μιας πολεμικής εποποιίας γύρω από μια μάχη μικρή, σχεδόν ανώνυμη, η φαινομενική ασημαντότητα της οποίας πολλαπλασιάζει τη στρατηγική σημασία και το διακύβευμα, όπως στο Μπαχμούτ ή στο Ποκρόβσκ της Ουκρανίας.

Ο Πέρεθ-Ρεβέρτε δεν είναι ο πρώτος που αφηγείται αυτόν τον πόλεμο.

Υπάρχει, φυσικά, ο Μαλρό με την «Ελπίδα». Υπάρχει ο Χέμινγουεϊ και το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Και, έπειτα, υπάρχει ο Μαξ Αουμπ με τον «Μαγικό Λαβύρινθό» του. Είναι αυτός από τους ένδοξους πρωτοπόρους με τον οποίο ο Πέρεθ-Ρεβέρτε βρίσκεται πιο κοντά. Από αυτόν δανείζεται τη μέθοδο που του επιτρέπει να περνά αδιάκοπα από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, να διασταυρώνει φωνές και απόψεις, να δίνει ευκαιρία τόσο στον δειλό όσο και στον ήρωα, στον φαλαγγίτη όπως και στον κομμουνιστή.

Ναι, ο Πέρεθ-Ρεβέρτε διασταυρώνει αυτούς τους τρόπους. Είναι οι ιδέες του Μαλρό και η σάρκα των χαρακτήρων του Χέμινγουεϊ χαμένες μέσα στο πλήθος του Μαξ Αουμπ. Ομως το περιγράφει από πολύ κοντά, με μια μοναδική αίσθηση της λεπτομέρειας και σελίδες συγκλονιστικής αλήθειας για τη σκόνη που μπαίνει στα μάτια και κολλάει στα χείλη, τις στήλες καπνού που κοκκινίζουν στο ηλιοβασίλεμα, τη δίψα που σε τρελαίνει, ή το πολυβόλο που έχει ρίξει τόσες πολλές βολές, ώστε οι άνδρες να πρέπει να ουρήσουν μέσα στον κάννη του για να την κρυώσουν.

Αναμφίβολα είχα προσωπικούς λόγους για να παθιαστώ με αυτό το μυθιστόρημα.

Ο συγγραφέας υπήρξε πολεμικός ανταποκριτής πριν γίνει μυθιστοριογράφος: πώς, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες όπου οι άνδρες προωθούνται ψηλαφώντας μια ξερή και καμένη γη, να μην ακούσω την ηχώ των πολέμων του Σουδάν που κάλυψα έπειτα από εκείνον; Πώς να μη δω στα διαλυμένα σπίτια και στην οδό που διασχίζουν τρέχοντας υπό τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών, την αντανάκλαση του πολέμου της Βοσνίας, όπου διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας; Πόσες ουκρανικές μάχες έχω δει μέσα από το απελπισμένο πρίσμα εκείνων των ισπανικών μαχών, που δεν δίνονταν για τη νίκη, αλλά για να κερδηθεί χρόνος και να εξαντληθεί ο εχθρός! Και η σκιά αυτού του ηρωικού πατέρα – του πατέρα μου – ο οποίος, στην ηλικία των έφηβων ηρώων του Πέρεθ-Ρεβέρτε, εντάχθηκε στις Διεθνείς Ταξιαρχίες που ήρθαν να πολεμήσουν τον φασισμό.

Ας αφήσουμε, όμως, κατά μέρος τις αναμνήσεις και τα φαντάσματα. Μένει η «Γραμμή πυρός»: ένα από αυτά τα πολύ μεγάλα και σπάνια μυθιστορήματα που διαπερνούν την κλαγγή των όπλων και μεταμορφώνουν τον πόλεμο σε λογοτεχνία.

Το άρθρο του γάλλου φιλοσόφου Μπερνάρ-Ανρί Λεβί πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Le Point»

Читайте на сайте