Δεξιότερα της Δεξιάς
Ιστορικά, ο κατακερματισμός ήταν «προνόμιο» της Αριστεράς. Καθώς, όμως, το κέντρο βάρους του εκλογικού σώματος (που σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο ήταν αριστερόστροφο) μετακινείται ραγδαία και έντονα προς τα δεξιά, μια πανσπερμία κομμάτων και σχηματισμών διεκδικεί τη συντηρητική ψήφο. Στην κυβέρνηση ανησυχούν για τις διαρροές προς τα δεξιά. Σε αυτό δεν έχουν άδικο. Η ΝΔ υπό τον κ. Μητσοτάκη δείχνει να διατηρεί καλύτερα τα ερείσματα που ανέπτυξε στον κεντρώο χώρο παρά τη σχέση με το παραδοσιακό της ακροατήριο. Η κρατούσα λογική είναι ότι η διατήρηση της επιρροής στον κεντροδεξιό χώρο θα αρκέσει για μια νέα κυβερνητική θητεία, εφόσον στεγανοποιηθούν οι φυγόκεντρες τάσεις προς τα δεξιά.
Αυτή η εκλογική αριθμητική έχει δύο θεμελιώδη ελαττώματα. Πρώτον, δεν πρόκειται για ενιαίο χώρο – και όχι μόνο πολιτικά ή ιδεολογικά. Η σύνθεση της ψήφου είναι διαφορετική, σε όλες τις συνιστώσες της, από την κοινωνική προέλευση μέχρι την ηλικιακή ομάδα.
Ακόμη πιο σημαντικό: στην αντίληψη των ψηφοφόρων οι διαχωριστικές γραμμές είναι βαθιές – ανεξάρτητα εάν κάποιοι αρχηγοί θα ήταν πιο εφεκτικοί με τα κατάλληλα κίνητρα. Ανυπέρβλητη είναι η διαίρεση ανάμεσα στα κόμματα του συνταγματικού τόξου και τη νεοναζιστική Ακροδεξιά, όμως αυξάνεται επίσης η απόσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή συντήρηση (τη ΝΔ και το μελλοντικό κόμμα Σαμαρά) και στις εκδοχές της ριζοσπαστικοποιημένης, συνωμοσιολογικής άκρας Δεξιάς – από τα κόμματα του κ. Βελόπουλου και της κ. Λατινοπούλου μέχρι την ευλογημένη με τη θεία φώτιση «Νίκη».
Δεύτερον, η εμπειρία από την άνοδο της Ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη παραπέμπει σε μια διαφορετική δυναμική από το απλό σχήμα της μετακίνησης δυσαρεστημένων ψηφοφόρων από ένα συντηρητικό κυβερνών κόμμα στην εξτρεμιστική δημαγωγία. Οι πρόσφατες τοπικές εκλογές στη Γερμανία, ένας πραγματικός σεισμός για το πολιτικό οικοδόμημα της χώρας, έδειξαν ότι η εξαΰλωση των Χριστιανοδημοκρατών δεν ήρθε μόνο από τις απώλειες δικών τους ψηφοφόρων.
Η συμμετοχή ήταν η υψηλότερη στην εκλογική ιστορία, στο 78%. Το 2021 ήταν 71% και το 2016 62%. Το ίδιο στη Σαξονία: από 60% το 2021, στο 78% πριν από λίγες μέρες, όταν έφερε το ακροδεξιό AfD στο κατώφλι της αυτοδυναμίας. Και δεν είναι μόνο η Γερμανία. Στην Πορτογαλία, το ακροδεξιό Chega πενταπλασίασε τη δύναμή του το 2024 με παράλληλη εκτόξευση της συμμετοχής από το 51% στο 60%. Οσοι σε κάθε εκλογές θρηνούν για τη δημοκρατία όταν βλέπουν υψηλά ποσοστά αποχής, θα πρέπει να ξανασκεφτούν μήπως η ψήφος δεν σημαίνει μόνο συμμετοχή στη δημοκρατία, αλλά μπορεί να εκφράζει επίσης την επιθετικότητα για την απόρριψή της.
Η απειλή για την κυβερνητική πλειοψηφία δεν έρχεται μόνο από την ψήφο διαμαρτυρίας των δυσαρεστημένων του 41% που πήρε η ΝΔ στις προηγούμενες εκλογές. Ερχεται κυρίως από μια τυφλή οργή που επωάζεται σε στρώματα τα οποία έως τώρα αδιαφορούσαν για την εκλογική διαδικασία. Η απουσία κυβερνητικής εναλλακτικής –δηλαδή η κατάρρευση του δικομματικού σχήματος – διογκώνει την αίσθηση αδιεξόδου και αυξάνει την πιθανότητα να διολισθήσει και η Ελλάδα στην τάση που σαρώνει την Ευρώπη. Η αναβίωση ενός (έστω μικρότερης εμβέλειας) δικομματισμού είναι το μόνο δυνητικό ανάχωμα. Τίποτα δεν δείχνει ότι μπορεί να συμβεί.