Καλές ερωτήσεις σε κακούς καιρούς
Τώρα που πλησιάζουν εκλογές θα ακούμε όλο και περισσότερο τη σοφιστεία του Κλίντον «It’s the economy, stupid!». Είναι η οικονομία, χαζούλη! Τι είναι, όμως; Και τι σημασία έχει για όσα είναι μπροστά μας;
Οι αποκρίσεις είναι όλες στην ίδια κατεύθυνση: Ακρίβεια. Ανέχεια. Δυσαρέσκεια εν μέσω ευημερίας. Μιζέρια. Εκείνοι οι αριθμοί που ευημερούν σε πείσμα των ανθρώπων. Είναι μια άποψη των οικονομικών που έχει δύο όψεις: Την καλή, που εξετάζει αποδόσεις, χρηματοροές, τζίρους και εκστασιάζεται με τα κρυπτονομίσματα και την ΑΙ. Και την κακή, που μιλάει για διανομή του εισοδήματος, πληθωρισμό, κρίση, φτώχεια, εξώσεις και βραχυχρόνια μίσθωση και ελεεινολογεί για κρίση χωρίς αρχή και τέλος.
Και οι δύο όψεις διυλίζονται σε εύπεπτους ποσοτικούς δείκτες που προσεγγίζουν και απλοποιούν θέματα από τη φύση τους δύσκολα: Ακαθάριστο Εγχώριο (ή Εθνικό) Προϊόν, Δείκτης παραγωγής, ποσοστό ανεργίας, συντελεστής Gini, και άλλα πολλά. Ολα είναι χρήσιμα, ενώ χωρίς αυτά δύσκολα θα ξεχώριζαν τα οικονομικά από τη θεολογία, ή ακόμη και από το rebranding πολιτικών αρχηγών. Γι’ αυτό και μεγάλο τμήμα της κατάρτισης των οικονομολόγων συνίσταται σε μύηση στα άδυτα των δεικτών.
Εξαντλούν όμως το θέμα; Αναπολώντας τι ήταν που με προσείλκυσε στη μελέτη των οικονομικών, ήταν άραγε η επιθυμία να ξεχωρίζω τα beta από τα gamma; Αν απηύθυνα στον εικοσάχρονο εαυτό μου την παρατήρηση του Κλίντον, θα ήμουν σαφώς με τον stupid, αφού θεωρούσα ότι η μελέτη των οικονομικών είχε νόημα ευρύτερο από το πώς να βγάζεις λεφτά (που κανείς εκείνη την εποχή δεν παραδεχόταν ότι ήθελε).
Το ότι τα οικονομικά οφείλουν να έχουν ευρύτερη οπτική από ό,τι μετράται μας θυμίζει το θεατρικό έργο του James Graham για τον μεγάλο οικονομολόγο Τζον Μέιναρντ Κέινς. Ο τίτλος του έργου είναι «Τhe Standard of Living». Tο Google θα το μετέφραζε σαν το «Επίπεδο Διαβίωσης», παραπέμποντας σε τιμαρίθμους, πραγματικά εισοδήματα και ακρίβεια. Ομως, η πραγματική έννοια του τίτλου θα ήταν πιο κοντά στο «Μέτρο της Καλής Ζωής», αντιδιαστέλλοντας το «καλή» από το «πλούσια».
O καλός οικονομολόγος κατά τον Κέινς είναι κάτι περισσότερο από οιωνοσκόπος των χρηματαγορών (αν και ποτέ δεν τις απέρριψε). Στον τόμο του 1924 που αφιέρωσε στον θάνατο του δασκάλου του Αλφρεντ Μάρσαλ, ο Κέινς έγραφε ότι «τα οικονομικά είναι ένα εύκολο αντικείμενο, στο οποίο όμως λίγοι τα καταφέρνουν…
Ο καλός οικονομολόγος… πρέπει να είναι μαθηματικός, ιστορικός, πολιτικός, φιλόσοφος. Να κατανοεί τα σύμβολα αλλά να μιλάει με λέξεις. Να στοχάζεται το συγκεκριμένο με όρους γενικού και να αγγίζει το αφηρημένο μαζί με το χειροπιαστό. Να μελετά το παρόν υπό το φως του παρελθόντος για τους σκοπούς του μέλλοντος… Να είναι ολύμπιος και αδιάφθορος σαν καλλιτέχνης, αλλά ενίοτε προσγειωμένος σαν πολιτικός». Ο πήχης αυτός είναι ο ίδιος που εξέτασε ο Μαξ Πλανκ (αυτός της κβαντοθεωρίας) όταν εξομολογήθηκε στον Κέινς ότι σκέφτηκε να γίνει οικονομολόγος, αλλά το απέρριψε γιατί ήταν υπερβολικά δύσκολο αντικείμενο.
Το θεατρικό έργο του Graham μας θυμίζει τον πραγματικό Κέινς, όχι την καρικατούρα που περιφέρουν οι μεταγενέστεροι Κεϊνσιανοί. Το κρίσιμο στοιχείο για σήμερα δεν είναι η αποκάλυψη μαγικού δρόμου για την ευημερία, αλλά, αντιθέτως, το πώς να ζεις σε δύσκολους καιρούς. Καλές ερωτήσεις σε κακούς καιρούς.
Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά