Η αφή, μια χαμένη τέχνη στην Ιατρική
Ως γιατρός, συχνά αντιμετωπίζω ασθενείς που αντιδρούν ή δυσανασχετούν όταν καλούνται να ξεντυθούν για να υποβληθούν σε πλήρη κλινική εξέταση. Δεν τους έχει γίνει κατανοητό ότι το άγγιγμα του γιατρού αποτελεί ουσιαστικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας και της σχέσης γιατρού – ασθενούς.
Από τα πρώτα μου βήματα στην Ιατρική, παρατηρούσα ότι οι δάσκαλοί μου δεν παρέλειπαν ποτέ την πλήρη σωματική εξέταση. Ακουγαν την καρδιά και τους πνεύμονες, εξέταζαν τον λαιμό και την κοιλιά και, αν από το ιστορικό του ασθενούς επιβαλλόταν, έκαναν πλήρη εκτίμηση του μυοσκελετικού και του νευρολογικού συστήματος.
Με την εμπειρία των ετών άσκησης της Ιατρικής, κατανόησα ακόμη περισσότερο τη σημασία του ιατρικού αγγίγματος. Η σωματική επαφή, όταν γίνεται με σεβασμό και ευαισθησία, μπορεί να λειτουργήσει καθησυχαστικά για τον ασθενή και να ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης απέναντι στον γιατρό.
Αν από την κλινική εξέταση του ασθενούς δεν αναδεικνυόταν η αιτία του παραπόνου του, τότε ακολουθούσε και το «ακούμπισμα της ψυχής» του υπό εξέταση ατόμου. Οι ασθενείς έφευγαν από το ιατρείο με την αίσθηση ότι ο γιατρός είχε πραγματικά ασχοληθεί μαζί τους.
Θα μπορούσα να παραθέσω πάμπολλα παραδείγματα για την αναγκαιότητα της σωματικής και ψυχικής επαφής του γιατρού με το υπό εξέταση άτομο. Για οικονομία των λέξεων και για να μην κουράσω τον αναγνώστη, θα παραθέσω μόνο ένα.
Μια νεαρή γυναίκα ήρθε στο ιατρείο μου για δεύτερη γνώμη. Είχε έντονους πόνους στη μέση και της είχαν προτείνει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για δισκοκήλη. Μπήκε στο ιατρείο κρατώντας μια μεγάλη χάρτινη σακούλα γεμάτη με αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες.
Ήταν σαν να κουβαλούσε μαζί της, σε χαρτί και φιλμ, όλη την αγωνία της για το τι της συνέβαινε. Από τη συζήτηση μαζί της πληροφορήθηκα ότι, σύμφωνα με όσα μου είπε, η πρόταση για χειρουργείο είχε στηριχθεί κυρίως στα απεικονιστικά ευρήματα τομογραφιών. Δεν είχε υποβληθεί, όπως μου ανέφερε, από τους προηγηθέντες γιατρούς σε ολοκληρωμένη κλινική εξέταση. Την εξέτασα προσεκτικά.
Η κλινική εξέταση δεν ανέδειξε κάποιο εύρημα που να εξηγεί τον έντονο πόνο στη μέση της. Εκείνη τη στιγμή, όμως, το ζητούμενο ήταν να ακούσω τον άνθρωπο που βρισκόταν απέναντί μου. Επρεπε να «ακουμπήσω την ψυχή της».
Με υπομονή και κατάλληλες ερωτήσεις, η συζήτηση άρχισε να παίρνει έναν διαφορετικό δρόμο. Πίσω από το σωματικό σύμπτωμα υπήρχε μια άλλη διάσταση του προβλήματος, την οποία οι εικόνες των εξετάσεων δεν μπορούσαν να αποκαλύψουν. Η αιτία του πόνου άρχισε να φωτίζεται όχι μέσα από ένα νέο απεικονιστικό εύρημα, αλλά μέσα από την ιστορία της ίδιας της γυναίκας.
Το περιστατικό αυτό δεν το αναφέρω για να αμφισβητήσω τις σημαντικές δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία στην Ιατρική. Το αντίθετο. Οι σύγχρονες διαγνωστικές μέθοδοι αποτελούν πολύτιμα εργαλεία στα χέρια του γιατρού. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την κλινική εξέταση ούτε, πολύ περισσότερο, την επικοινωνία με τον ασθενή με το γιατρό.
Οι εξετάσεις πρέπει να απαντούν σε συγκεκριμένα κλινικά ερωτήματα και να αξιοποιούνται με κρίση, όχι να υποκαθιστούν την ίδια την ιατρική σκέψη. Αντιγράφω από το βιβλίο του ιατρού-παθολόγου «Για έναν νέο γιατρό», Εκδόσεις Τύρφη, 2026, μία από τις πολυάριθμες υποδείξεις του προς τους νέους συναδέλφους: «Χρησιμοποίησε τις διαγνωστικές εξετάσεις σαν όπλο ακρίβειας και όχι διασποράς».
Δυστυχώς, η πίεση στους γιατρούς να βλέπουν περισσότερους ασθενείς, σε λιγότερο χρόνο, κάνει «περιττή» την πλήρη κλινική εξέταση του υπό εξέταση ατόμου. Ομως, ούτε η βιαστική υποκαθιστά την ενδελεχή εξέταση ούτε η τεχνολογία μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επικοινωνία του γιατρού με τον ασθενή. Η αφή, σωματική και ψυχική, δεν θεραπεύει τα πάντα. Μπορεί όμως να αποκαλύψει την αιτία του προβλήματος που διαφορετικά θα είχε ξεφύγει, να καθησυχάσει τον ασθενή και να ενισχύσει τη σχέση εμπιστοσύνης του με τον γιατρό. Η σωματική και ψυχική επαφή του γιατρού με τον ασθενή είναι θεραπευτική, απαραίτητη για τη διαγνωστική διαδικασία, διευκολύνει την επικοινωνία του ασθενούς με τον γιατρό και αυξάνει τη μεταξύ τους εμπιστοσύνη.
Ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος είναι ιατρός – ακαδημαϊκός