World News in Greek

Κοινωνία με γερή «δόση γήρατος»

Ta Nea 

Στην Ελλάδα σπάνια έχουμε την ευκαιρία να συνομιλούν κατά πρόσωπο οι κοινωνικές επιστήμες με καλλιτεχνικά ρεύματα και τάσεις. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, αναπτύσσει εδώ και χρόνια εκείνο που ονομάζει «δημόσια κοινωνιολογία», στα χνάρια του δασκάλου του Πιέρ Μπουρντιέ (σ.σ. γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, από τους πιο επιδραστικούς στην ιστορία της κοινωνιολογικής σκέψης).

Αυτό σημαίνει ότι σε συνθήκες κρίσης ο δημόσιος διανοούμενος και επιστήμονας, γίνεται δέκτης της διάχυσης των μηνυμάτων από πολίτες και κοινωνικές ομάδες. Μακριά από τη βολή του γραφείου αφουγκράζεται το βίωμα των από τα κάτω, που απουσιάζουν από τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο. Εν προκειμένω, στο βιβλίο «Η κοινωνιολογία συναντά τη ραπ» (εκδ. Κλειδάριθμος) επιχειρεί να οργανώσει μια συνομιλία της ακαδημαϊκής σκέψης με τη ραπ ως σώμα κουλτούρας των αποκλεισμένων.

Γεφυρώνοντας δύο κόσμους

«Ζούμε τον έρωτα σε νοικιασμένα σπίτια / Που ‘χουν κομμένα ρεύματα κι απλήρωτα ενοίκια / Μικρά δωμάτια και όνειρα τεράστια / Μίσος σαν τα γαλλικά προάστια / Panadol, Mesulid και Depon». Απόσπασμα από το track: «Παυσίπονα», LEX

Ο Παναγιωτόπουλος έρχεται σε επαφή με μεγάλα ονόματα της εγχώριας σκηνής, που γεμίζουν στάδια και έχουν καθιερωθεί στη συνείδηση των νέων: ΛΕΞ, Εθισμός, Λόγος Τιμής, Νέγρος του Μοριά και Novel 729. Τα βιώματά τους, η συλλογιστική τους, η πολιτική τους σκέψη, η ισορροπία τους στα όρια, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που αναπτύσσονται. «Ο τίτλος “Η κοινωνιολογία συναντά τη ραπ” δηλώνει πως το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί μια μελέτη πάνω στη ραπ. Αποτελεί μια προσπάθεια γεφύρωσης δύο κόσμων. Η ραπ αρθρώνει, με τα δικά της εκφραστικά μέσα, εμπειρίες που πολύ συχνά παραμένουν αθέατες ή δεν βρίσκουν θέση τόσο στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο όσο και στον επιστημονικό. Μπορεί, λοιπόν, να λειτουργήσει για την κοινωνική επιστήμη ως ένας πολύτιμος πληροφορητής. Η συνάντηση των δύο κόσμων έχει έναν κοινό στόχο, την ανάδειξη της αναγκαιότητας να δημιουργηθούν νέες σφαίρες δημόσιου λόγου, όπου οι πολίτες θα μπορούν επιτέλους να ακουστούν και να εισακουστούν», εξηγεί ο συγγραφέας.

«Πίσω στην πραγματικότητα / Είμαι παιδί που δεν γνωρίζει την ισότητα / Είμαι παιδί που όταν ξυπνούσε πρωί / Με τη μητέρα προσευχή να πάρουμε χαρτιά και εισόδημα». Απόσπασμα από το track: «ΠραγματιΚότητα», Νέγρος του Μοριά

Η ραπ εκφράζει την ψυχή των δρόμων και τις πολιτικοκοινωνικές ανησυχίες των νέων, μέσα από την αμεσότητα ρυθμών και στίχων. «Αν και η πολιτική λειτουργία της ραπ δεν μπορεί να περιοριστεί καθόλου στο σημασιολογικό περιεχόμενο των λόγων, με ενδιαφέρουν η γλώσσα της και οι λειτουργίες που επιτελεί», σχολιάζει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. «Μία από αυτές είναι να μας υπενθυμίζει πως η πολιτική ακυρώνεται σήμερα μέσα σε έναν ουδετεροποιημένο πολιτικό – τεχνικοκρατιστικό – οικονομίστικο λόγο που υποστηρίζεται από ένα προσχηματικό ήθος ευπρέπειας και από μια ρητορική πλαστής ηθικοπρακτικής επιστημονικής ουδετερότητας· έχουμε ανάγκη από την παραγωγή ενός πολιτικού αιρετικού λόγου ικανού να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα να αλλάξει κάποιος τον κοινωνικό κόσμο αλλάζοντας την παράσταση αυτού του κόσμου».

Κυνισμός και επιβίωση

Ενα από τα ζητήματα που συζητιούνται ανάμεσα στις παρέες όπως και στο Διαδίκτυο, είναι το τι σημαίνει λαϊκή κουλτούρα σήμερα. Είναι σε θέση να την εκφράσουν εγχώριοι ράπερ; «Η ραπ μουσική μπορεί να περιγράφει ως μια μορφή λαϊκής κουλτούρας αναφορικώς με την προέλευσή της, ωστόσο έχει μετατραπεί σε μουσικό υποπεδίο όπου εξελίσσεται μια έντονη μάχη για τη πολιτισμική της νομιμοποίηση. Σήμερα, η ραπ δεν είναι πλέον απλώς η φωνή των περιθωριοποιημένων· έχει αναπτύξει τις δικές της ελίτ και τη δική της μορφή κεφαλαίου, ενώ έχει διασπαστεί σε υποείδη που απευθύνονται σε κοινά με εξαιρετικά διαφορετικά κοινωνιολογικά προφίλ – από την εργατική τάξη έως σε τμήματα της αστικής τάξης», απαντά ο Νίκος Παναγιωτόπουλος.

«Η σημερινή ελληνική κοινωνία είναι διαποτισμένη με μια εξαιρετική “δόση γήρατος”. Αρκεί κανείς να δει τις διάφορες μορφές κυνικού εορτασμού του τέλους των ιδεολογιών, την καρτερική παραίτηση στην τάξη των πραγμάτων, την αποδοχή της “φρόνησης”, την καταγγελία του ουτοπισμού, την απουσία ενός πραγματικού συλλογικού δημοκρατικού σχεδίου για το μέλλον της. Και το κενό που δημιουργούν όλα αυτά επιτρέπουν τη δημιουργία ενός κοινωνικού κόσμου στον οποίο μόνο ατομικές στρατηγικές επιβίωσης διαμορφώνονται και αναγνωρίζονται ως επιθυμητές. Οπως ακριβώς συμβαίνει στις περιπτώσεις πανικού ή μαζικής φυγής, όπου ο καθένας μάχεται για να σώσει τον εαυτούλη του μέσα σε έναν τελείως εγωκεντρικό αγώνα».

Читайте на сайте