World News in Greek

Διονύσης Σαββόπουλος: Θ’ άνοιγε νέο δρόμο για να περάσει τ’ όνειρο

Ta Nea 

Ενας χρόνος χωρίς τον Διονύση Σαββόπουλο. Λείπει πιο πολύ σε εκείνους που θύμωνε. Σε αυτούς λείπει με βεβαιότητα. Που κι αυτοί ανατρέχουν στο έργο του κλεφτά ή μη. Λείπει και σε όσους τον αγαπούνε – το μόνο βέβαιο. Αν μη τι άλλο, θα είχε αξία να βλέπαμε πώς ο Διονύσης θα στεκόταν και θα παρενέβαινε σήμερα· και όχι μόνο πώς θα θύμωνε ή θα ικανοποιούσε το κοινό. Περισσότερο για το τι θα έλεγε.

Γιατί το να κράταγε το στόμα του κλειστό θα ήταν ολίγον τι δύσκολο. Θα ξανάβλεπε άραγε στο όνειρό του τη Σούλα και τον Δεσποτίδη, τους συντρόφους της άλλης Αριστεράς, της Μακρονήσου, των εκτοπίσεων, των στρατοδικείων και των εκδόσεων Θεμέλιο, της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ; Θα άστραφτε το όνειρο σαν δαχτυλίδι και φοβούμενος ο ίδιος μην ξυπνήσει και καταλάβουν πως είναι νεκροί οι δύο παλιοί αριστεροί φίλοι;

Σίγουρα θα έβλεπε εφιάλτες που θα τους περιέγραφε στα εγγόνια ή στην Ασπα του. «Ασπούλα μου, είδα πως κατεδαφιζόταν το γήπεδο στην Αλεξάνδρας και πάλευα να κρατήσω όρθια μια πόρτα!». Μετά θα σηκωνόταν από το κρεβάτι με πιτζάμες και τις κάλτσες του.

Θα έφτιαχνε έναν καφέ, σκέτο γαλλικό, ή τσάι, θα ενημερωνόταν από την τηλεόραση, από το ραδιόφωνο, από το Ιντερνετ και από τις αγαπημένες του εφημερίδες σαν «ΤΑ ΝΕΑ» για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Θυμωμένος και οργισμένος με τη συνεχιζόμενη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μπαϊλντισμένος και θυμωμένος με τα πεπραγμένα του Τραμπ στο Ιράν· ανήσυχος για την ακρίβεια και την ανασφάλεια του κόσμου.

Όμως μια άνω τελεία. Την ίδια ώρα θα έλεγε σε όλους τους τόνους στους δικούς του ανθρώπους πως είναι προτιμότερο αυτό που ζούμε, έστω αυτή η μικρή σχηματική σταθερότητα στην Ελλάδα, από μία περιπέτεια χωρίς τέλος. «Δείτε γύρω!», θα φώναζε. Να ακούσουμε τους νέους, μα όχι τους μπαχαλάκηδες της Γαλλίας, θα πρότεινε αυτός που κάποτε έγραψε τον «Μικρό μονομάχο». Να ακούσουμε τους μετανάστες, την κραυγή τους, θα έλεγε εκείνος που κάποτε έγραψε πως ο πατέρας του, ο Μπάτης, ήρθε απ’ τη Σμύρνη το ’22. «Ομορφη είναι αυτή η στιγμή, να το ξαναπώ / όμορφη να σας μιλήσω / βλέπω πυρκαγιές / πάνω από λιμάνια, πάνω από σταθμούς / κι είμαι μαζί σας». Και μετά θα άρχιζε τα τηλεφωνήματα στους στενούς του φίλους – στον Κυριτσόπουλο ή τον Ιορδανίδη· για να κατέβουν στο Ντόλτσε για καφέ· ή ελαφρύ περπάτημα.

Και σιγά μη δεν ασχολιόταν με τη Βίσση και τον Καρβέλα· με τον αδόκητο χαμό του Μαζωνάκη. «Καλό παιδί· και λαϊκό. Τι κρίμα! Θα τα βρουν η Αννα με τον Νίκο. Η Αννα είναι η Ασπα του Νίκου», μπορεί να έλεγε κάπως σκωπτικά και με μειδίαμα. Από το Ντόλτσε, το γωνιακό τραπέζι πλάι ή πλάτη σχεδόν στον Άγιο Διονύση, θα έπαιρνε τηλέφωνο τη στενή του συνεργάτιδα Ελένη Καλέση να της πει να ειδοποιήσει τον Λάντσια, τον Κιουρτσόγλου, τον Φώτη Σιώτα ή την Πολέμη για ένα κοντσέρτο λίγων οργάνων και λίγων φωνών σε έναν μικρό χώρο όπου θα είχε τη διάθεση να πει τραγούδια που δεν έχουν τόσο φωτιστεί, όπως από το «Κούρεμα» ή από το «Μην πετάξεις τίποτα»· από δίσκους που τον έφεραν σε ρήξη με τους δικούς του ανθρώπους. Τότε που βρήκε φωλιά και καταφύγιο μόνο στη φροντίδα του Γιάννη Πάριου και της Άσπας του. Μα τώρα όλα έχουν γλυκάνει. Βέβαια οι haters καραδοκούν.

Το ήξερε αυτό καλά ο Διονύσης. «Εχουν κι αυτοί τα δίκια τους. Να τους ακούσουμε», θα έλεγε στους παλιούς του φίλους. Θα επαναλάμβανε όμως, με ένταση και με φλόγα, πως έχει σημασία σήμερα να προστατευτούν η δημοκρατία, οι θεσμοί, το κοινοβούλιο. Να μην υποκύψουμε σε αυτόν τον νέο κυνισμό που δεν έχει ιδεολογίες και όρια. Και θα ήταν ανήσυχος και με την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, γιατί την Ευρώπη την πίστευε ο Διονύσης πολύ· όπως και τη φιλελεύθερη δημοκρατία. «Δεν με νοιάζει αν με λένε συντηρητικό. Με νοιάζει να μη με λένε άνιωθο», θα ρητόρευε στα σκαλιά της οδού Λυκαβηττού, κοιτώντας προς τον ουρανό.

Αν ζούσε σήμερα ο Διονύσης Σαββόπουλος, θα είχε έγνοια για το ελληνικό τραγούδι· για τους ανθρώπους του· για τον νέο στίχο. «Να επιμείνουμε στην ποίηση, παλιά και νέα. Να ψάξουμε ξανά τους παλιούς. Τον Ασλάνογλου και τον Παλαμά· τον Βίρβο και την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου». Αυτός ο μέγας ποιητής του καιρού μας, μα και ο μέγας αντιφατικός, είχε πολύ κατασταλάξει πια. Είχε ξαναστραφεί στο χαμένο μας κέντρο και σε όσα προηγήθηκαν του καιρού μας. Αυτός ο ένας μοντερνιστής τώρα θα ήταν κλασικός. Μα θα άκουγε και Λεξ και τους νέους της ραπ· και την Ντούα Λίπα. Και την κόρη του Κατσιμίχα. Και θα διάβαζε, θα σκεφτόταν, θα αναθεωρούσε και θα μελαγχολούσε. Μόνο θα γινόταν φωτεινός με την Ασπα· τα παιδιά του· τα εγγόνια του. Θα έπαιρνε κουράγιο από το καλοκαίρι και από μια παλιά φωτογραφία της Θεσσαλονίκης ή του Πατσιφά ή από μια διαδήλωση του ’60. Θα τον αναζητούσαν οι δημοσιογράφοι για μια συνέντευξη· οι νέοι τραγουδοποιοί για μια σύμπραξη. Θα κλεινόταν σπίτι με μουσική και αναμνήσεις. «Να θυμόμαστε, μα και να ονειρευόμαστε», μπορεί να φώναζε.

Читайте на сайте