«Δεν υπάρχει ουδέτερη επιλογή»
Τι οφείλουν οι συνοικίες όπου ζούμε σήμερα σε μια πρόχειρη σκηνή που στήθηκε πριν από έναν αιώνα, ή στην αγωνία του πρώτου χειμώνα των προσφύγων; Πώς επηρεάζει την αντίληψή μας για την Ιστορία το γεγονός ότι χώροι – μάρτυρες τραυματικών εποχών του εθνικού παρελθόντος – πολιτικών διχασμών, βίαιων καταστολών και κοινωνικών προκαταλήψεων – παραμένουν εγκαταλελειμμένοι ή απροσπέλαστοι για το ευρύ κοινό;
Πάνω στον χάρτη της συλλογικής και προσωπικής μνήμης είναι σημαδεμένοι οι τόποι που γνώρισαν τον εγκλεισμό, την εξορία και την αποσιώπηση – στρατόπεδα συγκέντρωσης, προσφυγικοί οικισμοί, εγκαταλελειμμένες κοινότητες – εξακολουθώντας να διεκδικούν μια θέση στη δημόσια ζωή.
Σε λίγες ημέρες εγκαινιάζεται στο Μέγαρο Εϋνάρδου μια συλλογική έκθεση με τίτλο «Δύσκολες κληρονομιές», που εξερευνά τη σχέση μνήμης, τόπου και Ιστορίας μέσα από αρχιτεκτονικά μνημεία και χώρους συνδεδεμένους με δυσχερείς περιόδους του παρελθόντος σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία. Παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, οι φυλακές της Γυάρου, η Σπιναλόγκα, η Αμμόχωστος, το Εβραϊκό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης, η Καρυά, τα ελληνικά χωριά της Κατοχής, το στρατόπεδο Χαϊδαρίου, οθωμανικά μνημεία, οι προσφυγικοί συνοικισμοί και τα χωριά της Ιωνίας. Τα έργα επιμελούνται ερευνητές και καλλιτέχνες από τις τρεις χώρες.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πολυφωνικό αφήγημα με υψηλές επιστημονικές προδιαγραφές και την παράλληλη συμβολή της κοινωνίας των πολιτών, που ιχνηλατεί τον λαβύρινθο των αναμνήσεων κοινωνιών και ατόμων. Τη γενική επιμέλεια της έκθεσης έχουν η Καλλιόπη Αμυγδάλου, επίκουρη καθηγήτρια στο ΕΜΠ και κύρια ερευνήτρια στο ΕΛΙΑΜΕΠ και η Βάλια Γιαλιά, αρχιτέκτων – μουσειολόγος. Η Αμυγδάλου έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος της έρευνάς της στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, της πόλης και της πολιτιστικής κληρονομιάς, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η πολυετής μελέτη της «άλλης πλευράς», αλλά και η διδασκαλία και η συνεργασία με τούρκους συναδέλφους – μιλά άριστα την τουρκική γλώσσα – έχουν διαμορφώσει στην ίδια μια προσέγγιση που δίνει βάρος τόσο στην αυστηρή επιστημονική τεκμηρίωση όσο και στον σεβασμό της διαφορετικής ιστορικής εμπειρίας.
«Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από την προσεκτική μελέτη των πηγών, αλλά και από την προθυμία να ακουστεί η φωνή του Αλλου», μας λέει η ίδια. «Και αυτό είναι μια διαδικασία που βελτιώνει όχι μόνο τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και κοινωνιών, αλλά και την ίδια την ιστορική έρευνα».
Πώς ορίζεται η έννοια «δύσκολη κληρονομιά» και τι μας αποκαλύπτει η αρχιτεκτονική για το παρελθόν;
«Δύσκολη κληρονομιά» είναι ένα συλλογικό παρελθόν σκοτεινό ή αμήχανο, που δεν τροφοδοτεί εύκολα την εθνική αυτοεπιβεβαίωση. Δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, γιατί μας έχει καθορίσει, όμως αντί για περηφάνια προκαλεί αναστοχασμό, αυτοκριτική και επιζητά απότιση τιμής στα θύματα. Συνεπώς αντί να απλοποιεί την Ιστορία, αναδεικνύει τις πιο δύσκολες και αντιφατικές πλευρές της. Τα κτίρια και τα τοπία κατέχουν ξεχωριστή θέση σε αυτή τη συζήτηση. Το υλικό κατάλοιπο, αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, λειτουργεί ταυτόχρονα ως φορέας μνήμης, ως σύμβολο και ως ιστορικό τεκμήριο. Ενα τραυματισμένο κτίριο ή τόπος διατηρεί πάνω του τα σημάδια των ανθρώπων που συνδέθηκαν μαζί του. Γίνεται σημείο συνάντησης με τα βιώματά τους, σχεδόν με την ίδια τους την παρουσία. Είναι ταυτόχρονα μνημείο και «μνήμα». Την ίδια στιγμή, παραμένει κομμάτι του κόσμου που κατοικούμε. Βρίσκεται δίπλα μας, μπορούμε να το επισκεφθούμε και να το βιώσουμε. Εφόσον διατηρηθεί, αποκτά ισχυρή παρουσία στο παρόν. Γι’ αυτό και η διατήρηση ή η εγκατάλειψη ενός τέτοιου τόπου δεν είναι ποτέ ουδέτερη επιλογή· αποτελεί τοποθέτηση απέναντι στην Ιστορία.
Θα μας δώσετε μερικά παραδείγματα;
Η Γυάρος (στην έκθεση την ενότητα επιμελούνται ο Σταύρος Σταυρίδης, ο Νίκος Μπελαβίλας και η Βάλια Γιαλιά) είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο σχεδιασμός μιας διαδρομής μνήμης και η αποκατάσταση των φυλακών ανατέθηκαν κάποτε σε επιστημονικές ομάδες, όμως οι μελέτες δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Οι μελέτες υπάρχουν ακόμη· αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση για την εφαρμογή τους. Από την άλλη πλευρά, η κήρυξη του Σιδηροδρομικού Σταθμού Καρυάς ως ιστορικού τόπου, με βάση την έρευνα του Πανεπιστημίου του Osnabrück (την ενότητα επιμελείται ο Valentin Schneider), αποτελεί ένα θετικό βήμα προς την ανάδειξη τέτοιων τόπων μνήμης.
Πώς διαχειριζόμαστε στην Ελλάδα τους τόπους της τραυματικής μνήμης;
Η ελληνική Ιστορία περιλαμβάνει πολλές οδυνηρές σελίδες, αρκετές από τις οποίες παρουσιάζονται στην έκθεση. Συνολικά, θα έλεγα πως υστερούμε ακόμη στη διαχείριση της δύσκολης κληρονομιάς. Συνήθως κινούμαστε ανάμεσα σε δύο άκρα: είτε στη συνέχιση της πόλωσης είτε στην αμήχανη σιωπή. Παραδείγματα αποτελούν ο Εμφύλιος και το Ολοκαύτωμα των ελλήνων Εβραίων. Στην έκθεση, το σχετικό έκθεμα για το Εβραϊκό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης επιμελούνται οι Λεόν Σαλτιέλ και Martin Barzilai. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική πρόοδος χάρη σε αξιόλογες επιστημονικές μελέτες. Ωστόσο, η γνώση αυτή δεν έχει περάσει ακόμη επαρκώς στα σχολικά βιβλία, στη λαϊκή κουλτούρα και στα έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Υπάρχουν χώρες από τις οποίες μπορούμε να διδαχθούμε πολλά, όπως η Αγγλία ως προς την επεξεργασία του αποικιοκρατικού παρελθόντος της και κυρίως η Γερμανία, η οποία έχει αντιμετωπίσει με αξιοσημείωτη ωριμότητα το ναζιστικό παρελθόν.
Θεραπεύει ή αναζωπυρώνει το τραύμα η διατήρηση των μαρτυρικών τόπων;
Η σιωπή είναι συχνά ευκολότερη από τον διάλογο. Δεν θα ισχυριζόμουν, πάντως, ότι είναι πάντοτε λανθασμένη. Αμέσως έπειτα από βίαια γεγονότα μπορεί να είναι αναγκαία, μέχρι να αποκατασταθεί η κοινωνική ειρήνη και να ξαναβρούν οι άνθρωποι κάποιες ισορροπίες στην ζωή τους. Μακροπρόθεσμα, όμως, η σιωπή δεν επιτρέπει ούτε τον αναστοχασμό, ούτε την αυτοκριτική, ούτε την απόδοση δικαιοσύνης. Η ανάδειξη της δύσκολης κληρονομιάς λειτουργεί και ως προειδοποίηση. Προβάλλει ένα ισχυρό «ποτέ ξανά». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Αουσβιτς – Μπίρκεναου, ίσως ο πιο εμβληματικός τόπος «δύσκολης κληρονομιάς», όπου η επιγραφή του Διεθνούς Μνημείου για τα Θύματα του Φασισμού ζητά ο τόπος αυτός να παραμείνει μια διαρκής κραυγή προειδοποίησης για την ανθρωπότητα. Σε πολλά τέτοια μνημεία το τραύμα παραμένει συνειδητά ανοιχτό, ώστε να αποτρέπει την επανάληψη του εγκλήματος και να καθιστά τον επισκέπτη έναν είδος «ηθικού μάρτυρα». Η σιωπή, άλλωστε, δεν προκύπτει μόνο από την απουσία δημόσιου λόγου. Συνδέεται και με την αδυναμία πρόσβασης σε ορισμένους τόπους. Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου (ενότητα Block 15, επιμέλεια Αγιάτης Μπενάρδου) και η Αμμόχωστος (ενότητα «Ανακατασκευάζοντας το Αλάσια», επιμέλεια Γιώργου Αρτόπουλου) είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Εκεί οι ερευνητές αξιοποίησαν τις εμβυθιστικές τεχνολογίες για να επαναφέρουν αυτούς τους τόπους στο δημόσιο βλέμμα και να τους καταστήσουν ξανά ορατούς. Τέλος, σημασία δεν έχει μόνο αν διατηρούμε έναν τέτοιο τόπο, αλλά το πώς τον διατηρούμε – τι αναδεικνύουμε και τι διαγράφουμε από την υλική του παρουσία – εδώ η περίπτωση της Σπιναλόγκας (σε επιμέλεια Στέλιου Λεκάκη) μας διδάσκει πολλά.
Μπορούμε να αφηγηθούμε το παρελθόν χωρίς εθνικά στερεότυπα;
Η έκθεση προτείνει αρκετές απαντήσεις. Πρώτα απ’ όλα, μέσα από τη συλλογική και διεπιστημονική εργασία. Οι ομάδες που συμμετέχουν συγκροτούνται από αρχιτέκτονες, ιστορικούς, ιστορικούς πόλης, τοπογράφους, ειδικούς πληροφορικής, γραφίστες, φωτογράφους και άλλους επιστήμονες. Η συνάντηση διαφορετικών πεδίων βοηθά να αποφευχθούν οι απλουστεύσεις. Εξίσου σημαντική είναι η διεθνική συνεργασία, η ουσιαστική δηλαδή διανοητική συνάντηση με την άλλη πλευρά. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται οι ενότητες για τη γερμανική Κατοχή (German Occupation Database, επιμέλεια Valentin Schneider), για την Αμμόχωστο («Το σινεμά παρέμεινε» και «Τα Κατάλοιπα», επιμέλεια Γιάννη Τουμαζή, Eralp Kortach και Nurtane Karagil), αλλά και τα «Τοπία της Ανταλλαγής Πληθυσμών» (επιμέλεια Καλλιόπη Αμυγδάλου, Βάλια Γιαλιά και Νάσια Αντωνάτου). Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι επίσης η προσεκτική μελέτη των πηγών και των τεκμηρίων. Συχνά απαιτούνται γλωσσικές δεξιότητες και βαθιά γνώση μιας σύνθετης βιβλιογραφίας σε πολλές γλώσσες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ενότητα «Οθωμανικά Μνημεία στην Ελλάδα: Κληρονομιές υπό Διαπραγμάτευση» (επιμέλεια Ηλία Κολοβού και Παναγιώτη Πούλου). Τελικά, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε σοβαρής έρευνας είναι και η γενναιότητα να αναθεωρούμε τις απόψεις μας όταν τα τεκμήρια μας οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα.